«Ο Επιφανής Πολίτης»

Απόσπασμα προς το τέλος:

«Ως συχνός παρατηρητής
της ανθρώπινης κωμωδίας,

νιώθω πως έχω την ευθύνη
να προσπαθήσω να κάνω τον κόσμο
ένα λιγότερο άσχημο μέρος.
Ξέρω ότι η μάχη είναι χαμένη.
Όμως, αυτό δεν σημαίνει
ότι θα πάψω να μάχομαι.
Συνεχίστε έτσι.
Μείνετε όπως είσαστε.
Μην αλλάξετε τίποτα εδώ.
Παραμείνετε μία κοινωνία υποκριτών,
και νιώστε μια ανόητη υπερηφάνεια
για την ίδια σας την άγνοια
και τη βαρβαρότητα.
Λυπάμαι που σας προκάλεσα
τόσο μεγάλο πρόβλημα.
Συνεχίστε τις ζωούλες σας.
Κρατήστε το Σάλας…
…σαν έναν πολύτιμο παράδεισο.
Τίποτα άλλο.»

Advertisements

Σύντομος χαλαρός συνειρμός επί φάσης εξόδου από τη θερινή ραστώνη (και των μνημονίων!)

Το να κάνεις κάτι που εσύ δεν το σκέφτηκες, που εσύ νομίζεις ότι δε σου ταιριάζει δε χρειάζεται να είναι εκτός συζήτησης. Έσω ανοιχτός. Αυτό που έχεις θεωρήσει ότι είναι ο εαυτός σου, ο χαρακτήρας σου μπορεί να είναι ένα περιοριστικό κουτί που δε σε αφήνει να ζήσεις καλύτερα. Το να κάνεις κάτι πέραν του εαυτού σου, όπως παράδειγμα να τηρήσεις ένα κανόνα μη δικής σου έμπνευσης που συμβάλλει στην αρμονία του συνόλου, δε χρειάζεται να είναι απωθητικό.

Η συμβουλή να είσαι ο εαυτός σου έχει ωραίο άκουσμα, έχει όμως συχνά διττή μετάφραση. Και αν το να είσαι ο εαυτός σου περιλαμβάνει το να μην υπολογίζεις τους άλλους γύρω σου, τότε τι γίνεται? Αν το να είσαι ο εαυτός σου αφορά σύμφωνα με την αντίληψή σου το να κάνεις ό,τι θες χωρίς σεβασμό για συνανθρώπους και περιβάλλον τότε τι? Οι συνέπειες της ασυδοσίας και του ατομικισμού εμφανίζονται πλέον με ταχύ ρυθμό.

Όταν το πρόσημο είναι απόλυτο, το νόημα χάνεται. Το όλα ή τίποτα έχει αποδειχτεί μη λειτουργικό. Ο άνθρωπος χρειάζεται να ζει σε οργανωμένη κοινωνία με κανόνες και σεβασμό. Εντός αυτής με φαντασία και ανοιχτό μυαλό.

Evolution Path

Λείπει η ανάληψη της ευθύνης της ηγεσίας

Συνέντευξη του Αντώνη Καφετζόπουλου στο Βημα

Ο Αριστοφάνης στους «Βατράχους» ισχυρίζεται ότι οι ποιητές θα σώσουν τον κόσμο. Εσείς;
«Οχι. Αλλά ούτε ο Αριστοφάνης το πολυπιστεύει αυτό. Προσπαθεί να σοκάρει και διά της κωμωδίας να προτείνει κάτι εξωφρενικό, ακόμη και για την εποχή του. Πρόθεσή του είναι να φέρει πίσω τον Ευριπίδη, αλλά καταλήγει στον Αισχύλο, που είναι ένα τοτέμ, μια ιερή ανάμνηση, ένας θρύλος της δημοκρατικής παράταξης, για να γυρίσουμε στις παλιές καλές ημέρες».
Σήμερα περιμένουμε τους διανοούμενους να μας σώσουν;
«Εχει μια βάση αυτό, γιατί τίποτε δεν προχώρησε από πολιτισμική άποψη χωρίς ανθρώπους που διανοούνταν επί των προβλημάτων. Οι διανοούμενοι ήταν πάντα μέρος της επίλυσης. Και σήμερα ισχύει αυτό. Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που αρθρώνουν λόγο και αισθάνονται την ανάγκη να παρέμβουν, ενώ προηγουμένως δεν το έκαναν».
Υπάρχει ένας τρόπος για να ανέβει ο Αριστοφάνης;
«Οχι, υπάρχουν πολλοί τρόποι και ίσως μία-δύο σταθερές. Οταν σκεφτόμαστε τον Αριστοφάνη σκεφτόμαστε ότι όλα θα τελειώσουν με ένα πάρτι, με ένα διονυσιακό στοιχείο».
Η Επίδαυρος είναι για εσάς ένας ειδικός χώρος;
«Ναι, αλλά προσωπικά δεν μου δημιουργεί συγκλονιστικά αισθήματα. Εχω την άποψη ότι πρέπει να κλείσει ως θέατρο και να παραμείνει ένας αρχαιολογικός χώρος. Είναι ένα πολύ σημαντικό μνημείο της ανθρωπότητας και το έχουμε παρακάνει από την πλευρά της καταστροφής του μνημείου, του τοπίου, αλλά και του περιεχομένου. Δεν είναι η Επίδαυρος για να ερμηνεύουμε τον Αριστοφάνη ως σχολιαστή της σύγχρονης επικαιρότητας, να ρίχνουμε πέντε καλαμπούρια και να φεύγουμε».
Εχει όρια η σάτιρα;
«Οχι. Το όριο το βάζει η ίδια η κοινωνία που σου λέει ποια πράγματα να μην κάνεις. Δεν έχουμε σατιρική παράδοση, το ψάχνουμε. Οπως τα παιδιά που κάνουν stand-up ή κάποιοι παλαιότεροι, όπως ο Μητσικώστας, που λένε κάποια πράγματα αλλά δεν είναι ακριβώς σάτιρα. Περισσότερο κωμωδία».
Ο Λαζόπουλος;
«Κάνει σάτιρα αλλά έχει ένα προσωπικό στυλ. Ακόμη και όταν ξεφεύγει και γίνεται διδακτικός, ακόμη και όταν τον πιάνεις να αντιφάσκει, έχει ένα πολύ προσωπικό στυλ, το οποίο το λέμε και ταλέντο».
Σας απογοήτευσε η Αριστερά;
«Εχω πολύ τεταμένες σχέσεις με την Αριστερά εδώ και 30-40 χρόνια. Δεν έπεσα από τα σύννεφα. Από το ’78-’79 είμαι πολύ επιφυλακτικός και με τα κόμματα και με τις προσωπικότητες της Αριστεράς. Εχω περάσει γενεές δεκατέσσερις κάποιους φίλους μου που ήταν στη ΔΗΜΑΡ για την προσήλωσή τους στον Κουβέλη – μάλλον δίκιο είχα. Ο Φώτης Κουβέλης είναι τυπική περίπτωση αριστερού, εκφράζει το κυρίαρχο μοντέλο: υπαλληλική νοοτροπία, διάθεση διά της κλάψας να αναδειχθεί σε θύμα, αλλά μόλις αναλάβει κάποια θέση εξουσίας γίνεται ο σκληρότερος εξουσιαστής. Αυτό είναι ένα κλασικό μοντέλο αριστερού γενικώς».
Το ίδιο πιστεύετε και για τον Πρωθυπουργό;
«Ναι, και ο Αλέξης Τσίπρας αυτό το μοντέλο είναι. Είχε πέσει πολλή κλάψα μέχρι να διαφανεί ότι βαδίζει προς την εξουσία».
Σας ενδιαφέρει η πολιτική; Εχετε κατά καιρούς συνταχθεί με τον Γιώργο Παπανδρέου, με το Ποτάμι, με τον Γιώργο Καμίνη…
«Αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου να ασκεί το δικαίωμα ενός πολίτη ο οποίος θέλει να πολιτεύεται. Το Ποτάμι με απογοήτευσε αμέσως μετά τις εκλογές, όταν ήταν φανερό ότι ο Τσίπρας θα κάνει κυβέρνηση με τον Καμμένο και ο Σταύρος γλυκοκοίταζε την πιθανότητα να αποτελέσει αυτός τον παπαγάλο στον ώμο του πειρατή. Νομίζω ότι ανέλαβε με μεγάλο προσωπικό κόστος να φτιάξει αυτό που έφτιαξε, και το κάνει έντιμα, μια εξαιρετική πρωτοβουλία που δεν προχώρησε στην εκτέλεση. Δεν έκανε δομές δημοκρατικού κόμματος. Πιστεύει ότι πολιτική είναι να φτιάχνεις συμμαχίες, να πηγαίνεις ακόμη και με τον διάβολο, αρκεί να κερδίσεις τρία πράγματα. Και δεν το κάνει για προσωπικό όφελος. Αφησε περισσότερα πράγματα πίσω του από αυτά που αποκόμισε ή πρόκειται να αποκομίσει από την πολιτική».
Πιστεύετε ότι σήμερα οι πολιτικοί δεν παίρνουν από λόγια;
«Αυτό που λείπει είναι η ανάληψη της ευθύνης της ηγεσίας. Οταν αναλαμβάνεις να ηγηθείς οφείλεις να είσαι δυσάρεστος, να πας και κόντρα στο ρεύμα, να καθίσεις να μιλήσεις με ανθρώπους με τους οποίους έχεις κοινά σημεία αλλά σε χωρίζουν πιο πολλά. Και το αποφεύγουν».
Αναφέρεστε στον Γιώργο Καμίνη;
«Ο Καμίνης έχει κλειστεί στο γραφείο του και δημαρχεύει. Υπήρξε μια έλλειψη ηγεσίας και εμπιστοσύνης στους ανθρώπους. Πρότεινα συνέχεια πράγματα χωρίς οικονομικό κόστος, που απαιτούσαν από τον ίδιο να σπάσει μερικά αβγά, να συγκρουστεί με νοοτροπίες. Υπήρχε μια αναβλητικότητα. Οταν τα πράγματα έγιναν προσβλητικά για εμένα, έφυγα από αντιδήμαρχος και δημοτικός σύμβουλος».
Τι κρατάτε από την Κωνσταντινούπολη, όπου γεννηθήκατε;
«Οταν φύγεις από έναν τόπο και πας σε έναν άλλον, κουβαλάς μια κριτική ματιά. Εγώ ήρθα στα 13-14 και χωρίς να το θέλω ήμουν υποχρεωμένος να κάνω συγκρίσεις».
Θέατρο, σινεμά, τηλεόραση, ντοκιμαντέρ… Νιώθετε ανένταχτος;
«Δεν θα ήθελα να έχω μία ταυτότητα. Και αν τα τελευταία χρόνια είμαι με περισσότερη προσήλωση στο θέατρο, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στο θέατρο αισθάνεσαι ελεύθερος και δημιουργικός. Γιατί, στο τέλος, εγώ είμαι πάνω στη σκηνή και αποφασίζω. Και επιπλέον γιατί κάθε παράσταση είναι μοναδική».
Σας χαρακτηρίζει μια νεότητα…
«Νεανικότητα θα την έλεγα εγώ, κάτι πιο επιφανειακό. Είμαι 67 χρόνων. Ο χρόνος με απασχολεί αλλά μ’ αρέσει κιόλας και διασκεδάζω κάνοντας παρέα με νεότερους».
Είστε αισιόδοξος;
«Δεν είμαι αισιόδοξος εκ φύσεως. Επιπλέον, δεν θεωρώ ελπιδοφόρο το πλαίσιο, παγκοσμίως – θα φέρνει κρίσεις. Στην Ελλάδα ειδικότερα είμαι πολύ απαισιόδοξος, γιατί φαίνεται ότι δεν αφομοιώσαμε κάτι από αυτή την κρίση. Που αν αφαιρέσεις όλα τα σουσούμια της είναι μια κρίση επιπολαιότητας μιας ολόκληρης κοινωνίας, η οποία ανεχόταν να μπαίνουν κάτω από το χαλί πράγματα. Και εξακολουθούμε να το κάνουμε».

Ως πότε μόνο διαπιστώσεις?

Το αξιοθρήνητο δεν είναι φαντάζομαι ότι η κοινωνία

Παράλληλα τίθεται και ο εξής προβληματισμός-προϊόν παρατήρησης του δημόσιου διαλόγου, διαδικτυακού και μη: Ποιά θέση πρέπει να κατέχει κανείς για να μπορεί να περάσει από τις διαπιστώσεις στις επανορθωτικές ενέργειες? Ως πότε θα διαπιστώνουμε τα προβλήματα, αλλά θα αφήνουμε το πεδίο των πράξεων στον αυτόματο? Διότι υπάρχουν πράγματα που οι απλοί πολίτες μπορούν να κάνουν, αλλά και πράγματα που δεν μπορούν. Άνθρωποι με ανώτερο πανεπιστημιακό και πνευματικό επίπεδο, η αφρόκρεμα του δυναμικού της χώρας θα έλεγε κανείς, που κατέχουν κάποια θεσμική θέση στην αλυσίδα της εξουσίας σε οποιοδήποτε τομέα, θα ανέμενε κανείς να αποτελούν οδηγό πρωτοβουλιών στην πράξη. Αντιθέτως αυτό δεν παρατηρείται ή αν συμβαίνει δε φαίνεται ευκρινώς και σε ευρεία κλίμακα. Υπάρχει ένα χάσμα ανάμεσα στην κοινωνία και την επιστήμη, της οποίας οι εξελίξεις αδυνατούν να συμβάλλουν στις ριζικές μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται η ελληνική κοινωνία σε πολλαπλά επίπεδα για να εξέλθει της φθοράς. Της φθοράς που όλοι βιώνουν και με ποικίλλες διατυπώσεις διαπιστώνουν.

Evolution Path

Χαλίφης στη θέση του χαλίφη

Χρειάστηκε να πιαστεί επ’ αυτοφώρω στην κάμερα ο χαλίφης στη θέση του χαλίφη  για να ανακαλύψουν ξανά την Αμερική ορισμένοι. Με περίσσεια υποκρίσιας και έντονο έλλειμμα μνήμης, μερίδα των θεατών εξανίσταται όψιμα στα τεκταινόμενα ανακαλύπτοντας σαπίλα, διαφθορά, πολιτικοποίηση του ποδοσφαίρου ακόμη και μαφία. Βέβαια τις προηγούμενες δεκαετίες το ποδόσφαιρο ήταν ολοκάθαρο και απολιτίκ. Να θυμηθεί κανείς τα κουμπούρια πασίγνωστου πάλαι ποτέ προέδρου μεγάλης αθηναικής ομάδας? Να θυμηθεί τις φωτιές σε φούρνους διαιτητών, τους οπαδικούς στρατούς, τις συνομιλίες με «θείους», ποιοί εκλέχτηκαν δήμαρχος και δημοτικός σύμβουλος σε πόλη με μεγάλο λιμάνι? Και η αναφορά σχετικών περιστατικών θα χρειαζόταν βιβλίο αν ο σκοπός ήταν αυτός. Όμως όχι όλα αυτά δεν αποδεικνύονταν στην καλύτερη περίπτωση, συνωμοσίες στη χειρότερη. Διότι κάποιοι ήταν master, ενώ κάποιοι άλλοι disaster.

Το ζήτημα του βασανισμένου αυτού αθλήματος που λέγεται ποδόσφαιρο σε κάποιες πλευρές του δε διαφέρει πολύ από μια σειρά άλλων διαχρονικών κοινωνικοπολιτικών προβλημάτων. Δε διαφέρει ως προς τη στάση των πολιτών απέναντι σε αυτά. Αρκετοί ξέρουν καλά τι συμβαίνει γιατί έχουν επαρκή κρίση, αλλά δε μιλάνε είτε για αυτοπροστασία, είτε γιατι το straight forward βλάπτει τις δημόσιες σχέσεις. Πολλοί άλλοι δυστυχώς ακόμη δεν έχουν καταλάβει τι συμβαίνει και ταλαντευονται σε αυταπάτες οπαδισμού, κομματικοποίησης, ποιός φταίει περισσότερο από τον άλλον κ.α. Τις τελευταίες δεκαετίες έχουν σκάσει τόσα και τόσα σκάνδαλα στη χώρα (με πιο πρόσφατο της Novartis) που τελικά δεν τα έκανε κανείς, έγιναν ως δια μαγείας. Και βέβαια η συντριπτική πλειοψηφία ποτέ δε θα κάνει κάτι για να αλλάξει κάτι. Λες και το κράτος με τους τρεις πυλώνες εξουσίας του (νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική) δεν είναι οι πολίτες του αλλά κάτι ξέχωρο, από το οποίο ή περιμένουμε να επιληφθεί ή όχι.

Η συνεχιζόμενη απουσία ενηλικίωσης δεν μπορεί παρά να επιφέρει τίμημα. Η συνεχιζόμενη μη αλλαγή στάσης θα φέρνει επανειλλημένα μπροστά μας τις συνέπειες των κοινών μυστικών.

 

«Στα σχολεία για άλλους οπαδούς- πολίτες τού αύριο»

Τι διατύπωσε η αυθόρμητη αντίδραση όσων κλήθηκαν να σχολιάσουν τη μέτρηση της Ενωσης Ευρωπαϊκών Επαγγελματικών Πρωταθλημάτων Ποδοσφαίρου (EPFL) για την πυκνότητα των θεατών στα γήπεδα της ηπείρου μας και τον καταποντισμό της δικής μας διοργάνωσης στην 27η θέση;

Τα αυτονόητα και αναγκαία διά γυμνού οφθαλμού: την ανάγκη εξασφάλισης των θεατών απ’ τα κρούσματα βίας, την κάθαρση της διαιτησίας ώστε να απονέμεται δικαιοσύνη εντός γηπέδου, ισονομία και εκτός γηπέδου, βεβαίως τη βελτίωση των γηπεδικών εγκαταστάσεων και όσα παραμένουν αυτονόητα μεν, προσδοκώμενα δε στη χώρα μας.

Ο Ντίνος Κούης, επίσης πηγαία, έφυγε από τα προφανή και μίλησε για τη ρίζα του κακού. Οι πρώτες λέξεις που εκστόμισε όταν τον ρωτήσαμε ήταν «αγωγή, παιδεία». Και μετά μίλησε με ποδοσφαιρικούς όρους.

Κατέληξε, με περιφραστική διατύπωση, επίσης στην ανάγκη αλλαγής της στάσης ζωής μας. Με ρίζα της; «Τη σωστή διαπαιδαγώγηση».

Αρα δεν μίλησε στην «Εφ.Συν.» μόνο ως σημαντικός παίκτης από το παρελθόν, αλλά και ως πατέρας δύο παιδιών. Τα δικά του παιδιά έχουν ενηλικιωθεί (αμφότερα άνω των 30 ετών), δεν έχουν ανάγκη παρόμοιας προσέγγισης, αλλά αυτό δεν του απαγορεύει να φέρει την απαξίωση του ποδοσφαιρικού προϊόντος μας προ των ευθυνών της:

«Αγωγή, παιδεία! Βιάζομαι να πω ότι με στενοχωρεί βέβαια η απουσία πολλών οπαδών από τις εξέδρες μας. Ο κόσμος είναι, πρέπει να ξαναγίνει και στην Ελλάδα, μέρος του παιχνιδιού. Ρωτήστε παλιούς και νέους ποδοσφαιριστές πόσο διαφορετικά ζούμε ένα παιχνίδι με πολύ κόσμο στις εξέδρες από ένα άλλο παιχνίδι με μισοάδειες εξέδρες. Εκτός αυτού είναι και πολιτισμός η παρουσία στις εξέδρες, εννοώ την ειρηνική παρουσία, οπαδών και των δύο ομάδων που παίζουν. Μιλώ, λοιπόν, πρώτα για τον κόσμο και μετά για σημαντικά προβλήματα που υπάρχουν, όπως η διαιτησία και η εφαρμογή των νόμων για όλους εντός και εκτός γηπέδου. Από τον κόσμο, όμως, ξεκινά και τελειώνει το πρόβλημα και από τον κόσμο μπορεί να λυθεί!».

Συνέντευξη

• Ο ανυποψίαστος οπαδός-πολίτης σάς ρωτά «και τι φταίω εγώ για τις κακές διαιτησίες, τη γενικότερη αδικία;».

Του απαντώ: Αν εσύ ήσουν διαφορετικός, δηλαδή σοβαρός θεατής-πελάτης του γηπέδου, τότε οι διοικήσεις, των ομάδων, της διοργανώτριας αρχής του πρωταθλήματος, βεβαίως και οι πολιτικοί που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο, θα ήταν πιο προσεκτικοί, δίκαιοι με το ποδόσφαιρο.

Επειδή θα σε έβλεπαν, εσένα τον οπαδό, να είσαι σοβαρός, να μην παρασύρεσαι, να μην πηγαίνεις σαν αγέλη όπου σε καλούν οι πρόεδροι των ομάδων ή άλλοι που εκμεταλλεύονται τον φανατισμό σου. Κι αυτό επειδή αν είχες αγωγή, παιδεία, ειδικά ως φίλος του ποδοσφαίρου, γενικότερα ως πολίτης, απλά δεν θα ήσουν φανατικός.

Αγαπώ πολύ το ποδόσφαιρο κι εγώ, δεν μιλώ για αγάπη στο παιχνίδι, μιλώ για φανατισμό.

• Ηδη είπατε τις λέξεις-κλειδιά: «αγωγή, παιδεία».

Ετσι ακριβώς. Το έχω πει και άλλοτε, το λέω και τώρα επειδή όταν είμαστε 27οι σ’ αυτή τη λίστα δείχνουμε στην υπόλοιπη Ευρώπη πως το πρόβλημά μας είναι ο πολιτισμός που λείπει από τον καθένα μας.

Πριν αναφέρω οτιδήποτε άλλο, θέλω να ξεκαθαρίσω πως, ναι, η οικονομική κρίση έκανε τους περισσότερους Ελληνες να σκέφτονται σοβαρά όλα τα έξοδά τους, άρα και το εισιτήριο που θα πληρώσουν για να πάνε στο γήπεδο.

Αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος. Η μαζική απουσία του κόσμου απ’ τις εξέδρες είχε ξεκινήσει πριν ζήσουμε την οικονομική κρίση!

Προτείνω, οργανωμένα επειδή στο σημείο που έχουμε φτάσει χρειάζεται σχέδιο, άνθρωποι του ποδοσφαίρου απ’ το χθες και το σήμερα και άλλοι που έχουν να πουν κάτι σημαντικό, να μπαίνουν στα σχολεία και να μιλούν στα παιδιά. Να τους εξηγούν πως «πάμε στο γήπεδο για να χαρούμε, να γιορτάσουμε τη νίκη μας ή να σεβαστούμε τον αντίπαλο αν αυτός είναι ο νικητής και όχι η ομάδα μας».

Τι θα πετύχουμε αν μιλήσουμε έτσι στα παιδιά; Θα βοηθήσουμε να ετοιμαστούν άλλοι, ειδικότερα οπαδοί, γενικότερα πολίτες, για το μέλλον. Που θα αντιδρούν, δεν θα τους αρέσει ακόμη κι όταν βλέπουν ότι η ομάδα τους νικά ενώ έχει αδικηθεί ο αντίπαλος. Αν υπήρχε τέτοιο κοινό, τότε παράγοντες και κυβερνήσεις θα είχαν υποχρεωθεί να έχουν καθαρό το ποδόσφαιρο.

• Χρειάζεται αλλαγή στάσης ζωής, συνώνυμη επανάστασης με κριτήριο τις αγέλες των οπαδών που τους τραβάνε απ’ τη μύτη και πάνε στο γήπεδο όχι για να δουν μπάλα, αλλά για να εκτονωθούν.

«Αλλαγή στάσης ζωής», καλά το είπες! Αυτό χρειάζεται. Και είμαι αισιόδοξος αν, επαναλαμβάνω, μιλήσουμε όπως πρέπει στα νέα παιδιά τού σήμερα. Λένε, και έτσι είναι, πως πρέπει να φτιάξουν τα γήπεδα, από τουαλέτες μέχρι καλούς αγωνιστικούς χώρους, για να τραβήξουν τον κόσμο που έχει φύγει από τις εξέδρες. Κι αυτό είναι αλήθεια.

Αναρωτιέμαι όμως αν ο σημερινός συμπολίτης θα σεβαστεί το καλοφτιαγμένο γήπεδο ή αν θα βρομίσει και θα σπάσει τη νέα εγκατάσταση, όπως συμβαίνει τώρα στην πρώτη ευκαιρία. Χρειάζεται να μιλήσουμε με κατάλληλο, απλό τρόπο στα παιδιά που θα είναι οι οπαδοί, οι πολίτες τού αύριο.

Το λέω αυτό επειδή το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τα γήπεδα βέβαια αλλά και άλλους, σχεδόν όλους τους τομείς της κοινωνίας μας

 

Πηγή : «Στα σχολεία για άλλους οπαδούς- πολίτες τού αύριο»

Ανισότητες και ανθρώπινη φύση

«Δεν τρέφω αυταπάτες για μια κοινωνία χωρίς ανισότητες. Κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση και όσοι το επιχείρησαν καταστρατήγησαν τελικά την ίδια τη Δημοκρατία και τα ατομικά δικαιώματα. Όμως το μέρισμα ευημερίας πρέπει να μοιραστεί με όσο το δυνατόν πιο δίκαιο τρόπο. Γιατί για εμάς η αλληλεγγύη είναι η άλλη όψη της ελευθερίας. Δεν είναι μόνο θέμα ανθρωπιάς. Είναι η έμπρακτη αναγνώριση της κοινής μοίρας που δένει όλες τις Ελληνίδες και όλους τους Έλληνες».

 

Η δήλωση αυτή του προέδρου του κόμματος της ΝΔ στη ΔΕΘ προκάλεσε δημόσια αντιπαράθεση. Κατά τη γνώμη μου πρόκειται για μία από τις σπάνιες φορές που δήλωση πολιτικού περιέχει κάποιο ουσιαστικό στοιχείο προβληματισμού και άρα δίνει τη δυνατότητα στο ευρύ κοινό να σκεφτεί πέρα από τα τετριμμένα. Το ερέθισμα αυτό λοιπόν με ώθησε στις παρακάτω σκέψεις ως έλλογο ον και μέλος της κοινωνίας.

 

Θεωρητικά η δήλωση αυτή συνολικά έχει θετικό πρόσημο καθώς θίγει τις έννοιες της δικαιοσύνης, της ανθρωπιάς, της αλληλεγγύης. Φυσικά στο πλαίσιο του θεόρατου ρήγματος εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτικών και κοινωνίας οι προσδοκίες είναι απειροελάχιστες ως προς την εφαρμογή της θέσης αυτής. Το παρελθόν και το ίδιο το παρόν δεν επιτρέπει ιδιαίτερες ελπίδες. Παρ’ όλ’ αυτά οι πρώτες δύο προτάσεις της δήλωσης περί ανισοτήτων και ανθρώπινης φύσης σίγουρα χρήζουν περαιτέρω σχολιασμού.

 

Κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση με ποιά έννοια? Ότι ο άνθρωπος από την φύση του έχει την τάση να μην είναι ίσος με τους υπόλοιπους? Τι σημαίνει ίσος? Ίσος σημαίνει ίδιος? Σίγουρα όχι. Το ότι οι άνθρωποι δεν είναι ίδιοι και άρα κάποιοι έχουν περισσότερες δεξιότητες από άλλους, μέσω των οποίων ενίοτε (αλλά προφανώς όχι πάντα) ανελίσσονται περισσότερο και εκ των πραγμάτων απολαμβάνουν και περισσότερα, φαίνεται δεδομένο. Αν όμως στη φύση του ανθρώπου περιλαμβάνεται και η τάση της κυριαρχίας απέναντι στους συνανθρώπους του και η άσκηση εξουσίας είναι ένα θέμα. Αυτό δε σημαίνει ότι είναι και δίκαιο ή αποδεκτό. Αν υπάρχει λοιπόν αυτό, εκδηλώνεται με κάποιους τρόπους. Η ανθρώπινη κοινωνία μέσα στην εξέλιξη της έχει δημιουργήσει νόμους και θεσμούς. Δημιουργούν οι θεσμοί αυτοί και νόμοι ανισότητες? Ίσως επειδή έχουν φτιαχτεί από ανθρώπους, που η φύση τους τους επηρεάζει ή τους κινεί. Αν όμως συμβαίνει αυτό τότε κάποιοι από τους θεσμούς αυτούς προκαλούν ανισότητες, οι οποίες εξασφαλίζουν και τη διαιώνιση τους καθώς θα ευνοούν αυτούς που της δημιούργησαν και τους κοντινούς τους. Εντέλει η κατασκευή νόμων δεν είναι de novo φυσικό φαινόμενο.

 

Δημιουργείται εδώ κι ένα ερώτημα : ό,τι είναι στη φύση του ανθρώπου είναι μη αναστρέψιμο, δεν επιδέχεται αλλαγής? Γιατί ό,τι είναι φυσικό, δεν είναι και δίκαιο θα έλεγε κανείς. Δύσκολη η απάντηση σε λίγες γραμμές. Αν και επιφανειακά φαίνεται ότι τα ανθρώπινα ένστικτα παραμένουν τα ίδια, προκύπτει όμως και ότι η ανθρωπότητα έχει εξελιχτεί ανά τις χιλιετίες. Αν έχει εξελιχτεί, αυτό υποδηλώνει ότι ο άνθρωπος ως είδος διαθέτει μια εγγενή ικανότητα που δεν υπάρχει σε οποιοδήποτε άλλο έμβιο είδος, δηλαδή αυτό της αλλαγής. Άρα αυτό σημαίνει ότι θεωρητικά τουλάχιστον θα μπορούσε να έχει τη δυνατότητα, αν το εντόπιζε ως προτεραιότητα, να αλλάξει με σκοπό να εξαλείψει τις ανισότητες.

 

Επανερχόμαστε τώρα στο θέμα με το εξής υποθετικό ερώτημα. Δικαιούται να έχει το ίδιο δικαίωμα στην προστασία της υγείας του ένας φτωχός με έναν πλούσιο? Με την έννοια ότι ο πλούσιος μπορεί και πληρώνει ώστε να υπάρχουν δομές για την προστασία της υγείας, ενώ ο φτωχός δεν μπορεί να πληρώσει. Υπό αυτή την έννοια πολλοί άνθρωποι με οικονομική δυνατότητα νιώθουν αδικημένοι για την ύπαρξη κοινωνικών παροχών σε οικονομικά αδύνατους. Όμως η στήριξη της υγείας των ατόμων σε μια κοινωνία πρέπει να συνδέεται άμεσα με την οικονομική τους δυνατότητα? Αν ισχύει αυτό, μαθηματικά οδηγεί στην επιβίωση του ισχυρού και στην εξαφάνιση του αδύνατου. Κατ’ επέκταση και οι ισχυροί θα στραφούν κάποτε ο ένας εναντίον του άλλου. Θα πουν κάποιοι μα αυτό είναι νόμος της φύσης. Ναι αλλά όπως αναλύθηκε παραπάνω η επίγνωση της ανθρώπινης φύσης καθιστά το ανθρώπινο είδος το μόνο που δυνητικά μπορεί να υπερβεί κάποια αρνητικά στοιχεία της φύσης αυτής. Αντιθέτως κάποιοι το χρησιμοποιούν αυτό ως δικαιολογία για τη συνέχιση της διαιώνισης της δημιουργίας ανισοτήτων. Κλείνουν τα μάτια όμως στο ότι η στάση αυτή αποτελεί διαχρονική πηγή δυστυχίας για το ανθρώπινο είδος. Διότι πυροδοτεί τη σύγκρουση των ανθρώπων μεταξύ τους με επώδυνους καταστροφικούς τρόπους.

 

Προκύπτει λοιπόν ότι όταν μιλάμε για ισότητα ή ανισότητα δεν υπονοείται ότι  οι άνθρωποι πρέπει να είναι ίδιοι, αλλά να έχουν ίσα δικαιώματα σε κάποιες θεμελιώδεις κατακτήσεις της ανθρώπινης εξέλιξης. Τα πιο άμεσα παραδείγματα είναι η ελευθερία, η υγεία, η παιδεία, η ασφάλεια, η δικαιοσύνη, ο σεβασμός. Αυτό δεν υποδηλώνει ότι κάποιοι μέσω της ελευθερίας επιλογής τους δεν μπορεί να απωλέσουν την πρόσβαση σε κάποιο ή κάποια από αυτά. Αν τίθεται όμως το ερώτημα γιατί να έχουν ίσα δικαιώματα όλοι οι άνθρωποι παρά τη μη ομοιομορφία τους τους, καλό θα είναι να υποστηριχτεί και το γιατί. Ποιο μπορεί να είναι το κριτήριο? Είπαμε πριν για την οικονομική ισχύ. Η φυλετική ανωτερότητα μήπως? Η ανωτερότητα της καταγωγής μήπως? Η επιστήμη έχει καταρρίψει τέτοιου τύπου αυταπάτες. Οι αυταπάτες αυτές όμως έχουν στο παρελθόν προκαλέσει τεράστια δεινά στο ανθρώπινο είδος με τη μορφή πολέμων και διάφορων μορφών δυστυχίας και ακόμη συνεχίζουν. Ήταν πάντα κριτήριο η οικονομική ισχύ για την ύπαρξη δικαιωμάτων?

 

Καλλιεργείται η θεώρηση ότι όποιοι είναι φτωχοί, έχουν ευθύνη, φταίξιμο και άρα δικαίως δεν πρέπει να έχουν δικαιώματα. Ουσιαστικά εδώ θα πρέπει να τονιστεί η έννοια διαχρονικότητα και πώς επηρεάζει τα άτομα. Κάποιοι το ονομάζουν ταξικές διαφορές. Δηλαδή αυτοί που γεννιούνται φτωχοί, πεθαίνουν φτωχοί και αυτοί που γεννιούνται πλούσιοι, πεθαίνουν πλούσιοι (η έννοια πλούσιος χρησιμοποιείται με την ευρύτερη μετάφραση της οποιασδήποτε οικονομικής ευρωστίας). Προφανώς γνωρίζω ότι αυτό δεν είναι απόλυτος κανόνας. Υπάρχουν εξαιρέσεις φτωχών που πλούτισαν και πλουσίων που έχασαν την περιουσία τους. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι όποιος δεν πλούτισε από φτωχός, δεν αξίζει, ή έχει ευθύνη γι’ αυτό και πρέπει να μην έχει δικαιώματα. Αν υποθετικά κάναμε κοινωνικό πείραμα να βάλουμε τέκνο φτωχών γονέων να μεγαλώσει σε πλούσια οικογένεια και το αντίθετο πώς θα ξεχωρίζαμε ποιος αξίζει τι? Εντέλει η φτώχεια δεν είναι γενετικό γνώρισμα. Ακόμη και να ήταν όμως, θα άξιζε ανισοτήτων? Με την ίδια λογική οι άρρωστοι άνθρωποι, σωματικά ή ψυχικά, ως «αδύναμοι» και μη ικανοί να ξεπεράσουν την αδυναμία τους, έχουν ευθύνη και θα έπρεπε να αφεθούν στην κακή μοίρα τους.

 

Φυσικά για να μην ξεχαστούμε εντός της προσπάθειας απόδειξης ότι δεν είμαστε ελέφαντες, θα πρέπει να αναλογιστούμε το εξής κλείνοντας αυτό το μικρό δοκίμιο. Αυτοί που βιώνουν τις ανισότητες, αυτοί που ξεκινούν από χαμηλότερη στάθμη, αυτοί που νοούνται ως «αδύναμοι», ίσως τελικά να είναι πιο δυνατοί από αυτούς που τους κρίνουν. Διότι ποιος είναι δυνατότερος? Αυτός που ζει κάθε μέρα προσπαθώντας να επιβιώσει σε δύσκολες συνθήκες ή αυτός που εκκινεί έχοντας δεδομένα και αυτονόητα τα θεμελιώδη της ζωής?

 

Evolution Path