Ισχύει? Απόδειξη

Acceptance without proof is the fundamental characteristic

science replaces private prejudice

People wrap themselves in their beliefs

In order to disprove the assertion that

Deviner avant de démontrer! Ai-je besoin

Το θέμα της επιστημονικής αποδειξιμότητας (provability) ή μη πεποιθήσεων, θεωριών, ερμηνειών, κλινικών παρατηρήσεων, γεγονότων αποτελεί κατά τη γνώμη μου ένα πολύ ενδιαφέρον φαινόμενο και υποψήφιο για το fallacy που ονομάζεται black or white thinking.

Από τη μια πλευρά είναι δεδομένο οτι η επιστημονική απόδειξη/επιβεβαίωση είναι μείζονος σημασίας και αναγκαία προυπόθεση για την ίδια την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους. Στην ιατρική για παράδειγμα το να βρεις οτι το Α προκαλεί το Β με επιστημονικά δεδομένα δίνει τη δυνατότητα να προχωρήσεις στην ανεύρεση θεραπείας για το Α ώστε να μην προκαλεί το Β (βέβαια έχει εντοπιστεί και αναδειχθεί από μερίδα της επιστημονικής κοινότητας διαβλητότητα στη μεθοδολογία ορισμένων ερευνών, με αποτέλεσμα την αμφισβήτηση των αποδεικτικών στοιχείων και ενίοτε της αξιοπιστίας τους). Επιπλέον αποτελεί ανθρώπινη μάστιγα ανά τους αιώνες η άκριτη προσκόλληση σε αβάσιμες ερμηνείες, σε μαγικούς τρόπους σκέψης, σε αυθαίρετες δογματικές αντιλήψεις.

Από τη άλλη πιστεύω οτι χρειάζεται προσοχή από μερίδα επιστημόνων στο να μη γίνεται το κυνήγι αποδείξεων μια εμμονή τόσο εκτεταμένη που οτιδήποτε μη αποδείξιμο να καθίσταται μη αποδεκτό. Ο τρόπος σκέψης αυτός είναι από τη φύση του περιοριστικός διότι αφαιρεί από τον επιστημονικό ρεπερτόριο χρήσιμες και δημιουργικές ιδιότητες όπως η οξεία παρατηρητικότητα, η αξιωματική θεώρηση, η επαγωγική σκέψη, η διαισθητική αντίληψη. Το θέμα είναι βέβαια να μπορεί κανείς να διαθέτει τις ιδιότητες αυτές. Επιπλέον η μεγάλη έμφαση στη μη αποδειξιμότητα μιας παρατήρησης την ώρα που η παρατήρηση αυτή εμπειρικά δείχνει θετικά αποτελέσματα, θα μπορούσε να δίνει πάτημα στην κακόβουλη αμφισβήτηση της εγκυρότητας αυτής από συγκεκριμένες οπισθοδρομικές ομάδες. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται ιδιαιτέρως στην ψυχιατρική.

Υποστηρίζω οτι ο επιστήμονας θα πρέπει να μπορεί να μετακινείται ευέλικτα ανάμεσα στα δύο αυτά state of mind για να είναι όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικός.

Σπύρος Καλημέρης Ψυχίατρος Ψυχοθεραπευτής

Advertisements

23 δισ. ευρώ ζημιά από φαρμακευτικές από το 2000 έως το 2015

Δε θα αναφερθώ στα βαριά ονόματα που εμπλέκονται στο θέμα με τη Novartis, καθώς είναι σημαντικό να μην πληγούν οι ευαισθησίες πολλών και οι αυταπάτες περισσότερων.. Αν προσθέσει κανείς διάφορα τέτοια νούμερα και από άλλα «πάρτυ» όπως π.χ. οι εξοπλισμοί, τότε εξηγούνται πλέον και πέραν από συνωμοσιολογικό επίπεδο τα ελλείμματα και τα χρέη αυτής της χώρας. Αυτό που μου έρχεται στο μυαλό να σχολιάσω είναι η συνεχιζόμενη προσκόλληση πολλών συμπολιτών μας παντός τάξης και παιδείας στα πολυπλόκαμα πολιτικά μορφώματα του παρελθόντος που σε αγαστή συνεργασία με μερίδα του κυρίαρχου ιδιωτικού τομέα (τον οποίον τόσο τυφλά πολλοί υποστηρίζουν ως μόνη λύση για την πάταξη της διαφθοράς άκουσον άκουσον) οδήγησε την οικονομική κατάρρευση σε αυτά τα δυσθεόρατα ύψη.

Τί άλλο θέλετε να κατανοήσετε οτι το υπάρχον πολιτικοοικονομικό σύστημα έχει αποτύχει και άρα πρέπει να αλλάξει ριζικά? Και βέβαια όχι τύπου «Άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς»?

Πηγή : Τι λέει η δικογραφία για την Novartis

Evolution Path

«Στα σχολεία για άλλους οπαδούς- πολίτες τού αύριο»

Τι διατύπωσε η αυθόρμητη αντίδραση όσων κλήθηκαν να σχολιάσουν τη μέτρηση της Ενωσης Ευρωπαϊκών Επαγγελματικών Πρωταθλημάτων Ποδοσφαίρου (EPFL) για την πυκνότητα των θεατών στα γήπεδα της ηπείρου μας και τον καταποντισμό της δικής μας διοργάνωσης στην 27η θέση;

Τα αυτονόητα και αναγκαία διά γυμνού οφθαλμού: την ανάγκη εξασφάλισης των θεατών απ’ τα κρούσματα βίας, την κάθαρση της διαιτησίας ώστε να απονέμεται δικαιοσύνη εντός γηπέδου, ισονομία και εκτός γηπέδου, βεβαίως τη βελτίωση των γηπεδικών εγκαταστάσεων και όσα παραμένουν αυτονόητα μεν, προσδοκώμενα δε στη χώρα μας.

Ο Ντίνος Κούης, επίσης πηγαία, έφυγε από τα προφανή και μίλησε για τη ρίζα του κακού. Οι πρώτες λέξεις που εκστόμισε όταν τον ρωτήσαμε ήταν «αγωγή, παιδεία». Και μετά μίλησε με ποδοσφαιρικούς όρους.

Κατέληξε, με περιφραστική διατύπωση, επίσης στην ανάγκη αλλαγής της στάσης ζωής μας. Με ρίζα της; «Τη σωστή διαπαιδαγώγηση».

Αρα δεν μίλησε στην «Εφ.Συν.» μόνο ως σημαντικός παίκτης από το παρελθόν, αλλά και ως πατέρας δύο παιδιών. Τα δικά του παιδιά έχουν ενηλικιωθεί (αμφότερα άνω των 30 ετών), δεν έχουν ανάγκη παρόμοιας προσέγγισης, αλλά αυτό δεν του απαγορεύει να φέρει την απαξίωση του ποδοσφαιρικού προϊόντος μας προ των ευθυνών της:

«Αγωγή, παιδεία! Βιάζομαι να πω ότι με στενοχωρεί βέβαια η απουσία πολλών οπαδών από τις εξέδρες μας. Ο κόσμος είναι, πρέπει να ξαναγίνει και στην Ελλάδα, μέρος του παιχνιδιού. Ρωτήστε παλιούς και νέους ποδοσφαιριστές πόσο διαφορετικά ζούμε ένα παιχνίδι με πολύ κόσμο στις εξέδρες από ένα άλλο παιχνίδι με μισοάδειες εξέδρες. Εκτός αυτού είναι και πολιτισμός η παρουσία στις εξέδρες, εννοώ την ειρηνική παρουσία, οπαδών και των δύο ομάδων που παίζουν. Μιλώ, λοιπόν, πρώτα για τον κόσμο και μετά για σημαντικά προβλήματα που υπάρχουν, όπως η διαιτησία και η εφαρμογή των νόμων για όλους εντός και εκτός γηπέδου. Από τον κόσμο, όμως, ξεκινά και τελειώνει το πρόβλημα και από τον κόσμο μπορεί να λυθεί!».

Συνέντευξη

• Ο ανυποψίαστος οπαδός-πολίτης σάς ρωτά «και τι φταίω εγώ για τις κακές διαιτησίες, τη γενικότερη αδικία;».

Του απαντώ: Αν εσύ ήσουν διαφορετικός, δηλαδή σοβαρός θεατής-πελάτης του γηπέδου, τότε οι διοικήσεις, των ομάδων, της διοργανώτριας αρχής του πρωταθλήματος, βεβαίως και οι πολιτικοί που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο, θα ήταν πιο προσεκτικοί, δίκαιοι με το ποδόσφαιρο.

Επειδή θα σε έβλεπαν, εσένα τον οπαδό, να είσαι σοβαρός, να μην παρασύρεσαι, να μην πηγαίνεις σαν αγέλη όπου σε καλούν οι πρόεδροι των ομάδων ή άλλοι που εκμεταλλεύονται τον φανατισμό σου. Κι αυτό επειδή αν είχες αγωγή, παιδεία, ειδικά ως φίλος του ποδοσφαίρου, γενικότερα ως πολίτης, απλά δεν θα ήσουν φανατικός.

Αγαπώ πολύ το ποδόσφαιρο κι εγώ, δεν μιλώ για αγάπη στο παιχνίδι, μιλώ για φανατισμό.

• Ηδη είπατε τις λέξεις-κλειδιά: «αγωγή, παιδεία».

Ετσι ακριβώς. Το έχω πει και άλλοτε, το λέω και τώρα επειδή όταν είμαστε 27οι σ’ αυτή τη λίστα δείχνουμε στην υπόλοιπη Ευρώπη πως το πρόβλημά μας είναι ο πολιτισμός που λείπει από τον καθένα μας.

Πριν αναφέρω οτιδήποτε άλλο, θέλω να ξεκαθαρίσω πως, ναι, η οικονομική κρίση έκανε τους περισσότερους Ελληνες να σκέφτονται σοβαρά όλα τα έξοδά τους, άρα και το εισιτήριο που θα πληρώσουν για να πάνε στο γήπεδο.

Αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος. Η μαζική απουσία του κόσμου απ’ τις εξέδρες είχε ξεκινήσει πριν ζήσουμε την οικονομική κρίση!

Προτείνω, οργανωμένα επειδή στο σημείο που έχουμε φτάσει χρειάζεται σχέδιο, άνθρωποι του ποδοσφαίρου απ’ το χθες και το σήμερα και άλλοι που έχουν να πουν κάτι σημαντικό, να μπαίνουν στα σχολεία και να μιλούν στα παιδιά. Να τους εξηγούν πως «πάμε στο γήπεδο για να χαρούμε, να γιορτάσουμε τη νίκη μας ή να σεβαστούμε τον αντίπαλο αν αυτός είναι ο νικητής και όχι η ομάδα μας».

Τι θα πετύχουμε αν μιλήσουμε έτσι στα παιδιά; Θα βοηθήσουμε να ετοιμαστούν άλλοι, ειδικότερα οπαδοί, γενικότερα πολίτες, για το μέλλον. Που θα αντιδρούν, δεν θα τους αρέσει ακόμη κι όταν βλέπουν ότι η ομάδα τους νικά ενώ έχει αδικηθεί ο αντίπαλος. Αν υπήρχε τέτοιο κοινό, τότε παράγοντες και κυβερνήσεις θα είχαν υποχρεωθεί να έχουν καθαρό το ποδόσφαιρο.

• Χρειάζεται αλλαγή στάσης ζωής, συνώνυμη επανάστασης με κριτήριο τις αγέλες των οπαδών που τους τραβάνε απ’ τη μύτη και πάνε στο γήπεδο όχι για να δουν μπάλα, αλλά για να εκτονωθούν.

«Αλλαγή στάσης ζωής», καλά το είπες! Αυτό χρειάζεται. Και είμαι αισιόδοξος αν, επαναλαμβάνω, μιλήσουμε όπως πρέπει στα νέα παιδιά τού σήμερα. Λένε, και έτσι είναι, πως πρέπει να φτιάξουν τα γήπεδα, από τουαλέτες μέχρι καλούς αγωνιστικούς χώρους, για να τραβήξουν τον κόσμο που έχει φύγει από τις εξέδρες. Κι αυτό είναι αλήθεια.

Αναρωτιέμαι όμως αν ο σημερινός συμπολίτης θα σεβαστεί το καλοφτιαγμένο γήπεδο ή αν θα βρομίσει και θα σπάσει τη νέα εγκατάσταση, όπως συμβαίνει τώρα στην πρώτη ευκαιρία. Χρειάζεται να μιλήσουμε με κατάλληλο, απλό τρόπο στα παιδιά που θα είναι οι οπαδοί, οι πολίτες τού αύριο.

Το λέω αυτό επειδή το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τα γήπεδα βέβαια αλλά και άλλους, σχεδόν όλους τους τομείς της κοινωνίας μας

 

Πηγή : «Στα σχολεία για άλλους οπαδούς- πολίτες τού αύριο»

Μεγάλες ενημερωτικές ιστοσελίδες «είδαν» ένα μέτρο χιόνι στη Κρήτη.

Ενημερώνεστε υπεύθυνα, έγκυρα και αντικειμενικά. Τα fake news τώρα και από ιστοσελίδες ευρείας απήχησης. ‘Η μήπως όχι μόνο τώρα?

Βλέπε για το χιόνι που δεν έπεσε εδώ : Μεγάλες ενημερωτικές ιστοσελίδες «είδαν» ένα μέτρο χιόνι στη Κρήτη.

Πόσο αγαπάμε τα παιδιά μας;

Αν κάτσει να το καλοσκεφτεί κανείς, υπάρχουν ελάχιστα πράγματα που συνδέουν αυτούς που θεωρούν τους εαυτούς τους Ελληνες. Ενα από τα κυριότερα είναι ασφαλώς η καθολική πίστη στην ύψιστη αξία της οικογένειας. Η μόνη λειτουργική μονάδα στις κοινωνίες των Ελλήνων είναι η οικογένεια. Και στο πλαίσιο της πανίσχυρης ελληνικής οικογένειας επιβιώνει πανίσχυρος ο μύθος της απέραντης, αιώνιας αγάπης των Ελλήνων γονιών για τα παιδιά τους. Αλλά γιατί την αποκαλώ μύθο; Είναι μύθος η αγάπη των Ελλήνων για τα παιδιά τους; Πολλές φορές αναρωτιέμαι.

Οταν βγαίνουν τα αποτελέσματα της PISA, που αποδεικνύουν ότι τα παιδιά των Ελλήνων παίρνουν παντού κάτω από τη βάση, όταν δημοσιεύονται φωτογραφίες από τα τριτοκοσμικά χάλια των ελληνικών πανεπιστημίων, όταν ανακοινώνονται νέα μέτρα ιδεολογικά φορτισμένου εξευτελισμού της ελληνικής εκπαίδευσης, όταν τα μισά νήπια δεν έχουν πρόσβαση σε παιδικούς σταθμούς, δεν συμφωνείτε ότι αποκαλύπτεται μια αντίφαση; Πώς συμβιβάζονται αυτά –διαχρονικά φαινόμενα που κάνουν τις ζωές των παιδιών των Ελλήνων χειρότερες– με εκείνη τη χιλιοτραγουδισμένη αγάπη; Αν αγαπάμε στ’ αλήθεια τα παιδιά μας, πώς ανεχόμαστε αυτό το χάλι; Για να μη σας πάω στο άλλο, ευρύτερο θέμα, τον κόσμο που φτιάχνουν οι γενιές μας για να ζήσουν και να μεγαλώσουν μέσα τα παιδιά μας, εν προκειμένω μια χρεοκοπημένη χώρα μέσα στη μιζέρια και την κατήφεια, κατασκευασμένη για να τα διώξει όσο γίνεται πιο μακριά. Πόσο αγαπάμε τα παιδιά μας όταν σιγά σιγά τους διαλύουμε κάθε προοπτική για μια ευτυχισμένη ζωή με κάθε μας ψήφο;

Στο θέμα της Παιδείας, ας πούμε, πού είναι οι ακτιβιστικές οργανώσεις γονιών που απαιτούν αξιολόγηση των καθηγητών στην εκπαίδευση; Πού είναι οι ευαισθητοποιημένοι γονείς που κάνουν αγώνες για πρόσβαση όλων των παιδιών στην προσχολική αγωγή; Πού είναι οι γονείς παιδιών του λυκείου, οι ίδιοι που δαπανούν χιλιάδες ευρώ σε φροντιστήρια για να μπει το παιδί στο ΑΕΙ, που διαμαρτύρονται για την άθλια ποιότητα και τις αποκρουστικές συνθήκες φοίτησης στα περισσότερα ελληνικά πανεπιστήμια; Πώς λειτουργεί αυτή η μυθική «υπερπροστατευτικότητα», τελικά; Πόσο επιλεκτική είναι;
Φυσικά, αυτές οι ερωτήσεις είναι αφελείς.

Η αγάπη ενός γονιού για το παιδί του δεν είναι ένα ορθολογικό πράγμα, ούτε μια εξιδανικευμένη στράτευση. Είναι ένα περίπλοκο συναίσθημα που περιέχει πολυάριθμες πτυχές, όχι όλες υγιείς. Εχει μέσα προβολή προσωπικών φιλοδοξιών και κόμπλεξ, τρομερό άγχος, αμφιβολία, αυτοσχεδιασμό, ανασφάλεια και όλα αυτά έρχονται να κολλήσουν στο προϋπάρχον μείγμα ασχετοσύνης, βιασύνης, ιδεοληψίας και περιορισμένης κριτικής ικανότητας που υπάρχει μέσα στον κάθε ένα από εμάς (σε διαφορετικές δοσολογίες, προφανώς).

Φανταστείτε κάποιον ψύχραιμο, ανεξάρτητο παρατηρητή που παρακολουθεί έναν Ελληνα γονιό καθώς παρκάρει παράνομα στο πεζοδρόμιο έξω από το σχολείο, μπουκάρει έξαλλος και διαμαρτύρεται στον καθηγητή επειδή έβαλε κακό βαθμό στο παιδάκι του. Δεν το αγαπάει το παιδάκι του αυτός ο γονιός; Και βέβαια το αγαπάει, με τον ιδιαίτερο, σχεδόν παθολογικό ορισμό της λέξης. Απλά είναι ανίκανος να συνδέσει το αίτιο με το αιτιατό, κάτι που πιθανότατα του συμβαίνει και σε άλλες εκφάνσεις της καθημερινής του συμπεριφοράς. Δεν μπορεί να καταλάβει το ότι αν κάνει κάτι, τότε κάτι άλλο θα συμβεί. Το ότι οι πράξεις έχουν συνέπειες. Αυτό εξηγεί πολλά πράγματα στη ζωή μας, τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, τον Κίμωνα Κουλούρη, τα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία, τον Μιχάλη Λιάπη, το 61% στο δημοψήφισμα του ’15, τη φονική πλημμύρα στη Μάνδρα και, φυσικά, την ανεπαρκή ωρίμανση αλλεπάλληλων γενεών Ελλήνων που αναπαράγουν τα ίδια λάθη, πάντα σπεύδοντας να επικαλεστούν τις φυσιολογικές εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα, για να αμφισβητήσουν το ότι υπάρχει πρόβλημα (και άρα και αυτό το άρθρο) και για να καθησυχάσουν την επίμονη, οδυνηρή αμφιβολία στο πίσω πίσω μέρος του μυαλού, ότι ίσως και να μην ξέρουμε τι μας γίνεται κι ότι ενδέχεται την ασχετοσύνη μας αυτή να την κληροδοτούμε στα παιδιά μας, αμπαλαρισμένη και καμουφλαρισμένη με τη μορφή της απέραντης, αιώνιας, ασφυκτικής αγάπης.

Από : Πόσο αγαπάμε τα παιδιά μας;

Global Warming? Bundle up and use it for the cold!

Τα σχόλια ιεραρχικά

1) Όταν τίποτα δε μας κάνει εντύπωση πλέον : Απάθεια. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ είναι τουλάχιστον βλάξ, but it’s ok.

2) Γιατί και η παγκόσμια υπερθέρμανση μπορεί να είναι χρήσιμη (!) για να γλιτώσουμε δολάρια!

3) Όσοι κράζετε τους δικούς μας εδώ πάρτε το αλλιώς.

4) Συμβούλους προφανώς και έχει ο πρόεδρος. Δεν τους συμβουλεύεται? Ανοίγει το twitter και γράφει στην ψύχρα?

 

 

Evolution Path

Η Ισότητα ως Αυταπόδεικτη Αλήθεια

Όσον αφορά την οικονομική ισότητα το φιλελεύθερο αφήγημα λέει πως «οι ικανότητες των ανθρώπων είναι πεπερασμένες και οι ανάγκες τους άπειρες». Όμως, δεν ορίζουν όλοι οι άνθρωποι τις ανάγκες τους με τον ίδιο τρόπο. Κάποιοι θεωρούν πως οι ανάγκες τους είναι μόνο το φαγητό, η στέγαση και η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, κάποιοι άλλοι θα προσθέσουν σε αυτές την διασκέδαση και κάποιοι άλλοι ακόμη θα προσθέσουν ένα ακριβό αυτοκίνητο ή μια άλλη πολυτέλεια. «Συνεπώς, κάποιος πρέπει να ορίσει και –κυρίως– να επιβάλει τους κανόνες με τους οποίους οι ποικίλες ανάγκες θα ικανοποιούνται.»
Όσον αφορά την κοινωνική διάσταση της ισότητας, το επιχείρημα λέει πως «αν η ισότητα στις κοινωνίες ήταν φυσική, δεν θα χρειαζόταν ούτε κράτος πρόνοιας, ούτε ‘αναδιανομή πλούτου, κοινωνική προστασία, στήριξη των μικρών απέναντι στους μεγάλους, των ανίσχυρων απέναντι στους ισχυρούς’. Δεν θα υπήρχε φορολογία και οι οπαδοί του laissez-faire θα ήταν ευτυχισμένοι […]»  Καθώς οι άνθρωποι γεννιούνται άνισοι, συνεχίζει, δεν γίνεται να τους εξισώσουμε διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε την διαφορετική αντιμετώπιση του καθ’ ενός και άρα την κατάλυση της ισονομίας.

Η ηθική τεκμηρίωση της άποψης περί «φυσικής ανισότητας» βασίζεται στην γενική αντίληψη πως οι ανισότητες των ανθρώπων αποτελούν την αποκλειστική κινητήρια δύναμη της κοινωνικής προόδου και πως μόνο αυτές μπορούν να αυξάνουν επ’ αόριστον το προσδόκιμο ζωής, το βοιωτικό επίπεδο και την συνολική μας παραγωγικότητα.

Τόσο οι δύο εκφάνσεις του επιχειρήματος κατά της ισότητας, όσο και η ηθική του βάση, όμως, στηρίζονται σε σαθρά θεμέλια και οι λογικές πλάνες τους καταλήγουν (εσκεμμένα η μη) να υπηρετούν ένα αδηφάγο σύστημα το οποίο στηρίζεται στην ισχύ και την εξουσία των «εκλεκτών», τους οποίους η φύση επέλεξε για να κυριαρχήσουν.

Οικονομική Ισότητα

Για να εξεταστεί το ζήτημα αυτό είναι πολύ σημαντικό να γίνει ένας αρχικός διαχωρισμός ανάμεσα στις ανάγκες και στις επιθυμίες, πράγμα δύσκολο γιατί συχνά μια επιθυμία μπορεί να θεωρείται ή να εκφράζεται ως ανάγκη. Στην περίπτωση αυτή, ποιος και με ποια κριτήρια θα κάνει τον διαχωρισμό; Το παράδειγμα ενός πολύ επίκαιρου ζητήματος, της εμπορευματοποίησης των ηλεκτροκίνητων αυτοκινήτων, μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση και την επίλυση αυτού του προβλήματος.

Πολλές κυβερνήσεις και ιδιωτικές επιχειρήσεις, όπως για παράδειγμα η Tesla, προωθούν τα ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα και επενδύουν σε αυτά. Μια πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου ΜΙΤ, όμως, έδειξε πως «ορισμένα μεγάλα ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα μπορεί να έχουν μεγαλύτερες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου σε σχέση με μικρότερα συμβατικά αυτοκίνητα». Ακόμη, σε πολλές περιπτώσεις τα ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα δεν πετυχαίνουν την ελαχιστοποίηση των εκπομπών τους, κυρίως λόγω των μεγάλων μπαταριών και του μεγάλου εύρους απόστασης που τους δίνεται, ενώ υπάρχει μια ξεκάθαρη τάση προς την κατασκευή αυτοκινήτων με μεγαλύτερες μπαταρίες, παρά τις μικρές αποστάσεις που διανύονται κατά μέσο όρο από τους χρήστες.

Μια οικολογική προσπάθεια, λοιπόν, η οποία γίνεται συλλογικά στην κατεύθυνση της δημιουργίας μορφών μεταφοράς από και προς τους χώρους εργασίας μας, για την ανταπόκριση στις υποχρεώσεις μας κ.ο.κ, υπονομεύεται από την επιθυμία των ανθρώπων, οι οποίοι διαθέτουν τα χρήματα, να διασφαλίζουν μεγαλύτερη άνεση κατά τις μεταφορές τους. Φυσικά, οι εταιρίες παραγωγής αυτοκινήτων σπεύδουν να ανταποκριθούν σε αυτή την επιθυμία με αποτέλεσμα την μεγαλύτερη χρήση κοβαλτίου, λιθίου και άλλων μετάλλων, τα οποία με τη σειρά τους αυξάνουν κατακόρυφα της εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής των αυτοκινήτων.

Επομένως, φαίνεται εδώ ο διαχωρισμός μεταξύ των αναγκών και των επιθυμιών των ανθρώπων, ο οποίος γίνεται ξεκάθαρος όταν αυτό που επιθυμεί μια προνομιούχα ομάδα ανθρώπων έρχεται σε ολοφάνερη αντίθεση με μια βασική ανάγκη της πλειοψηφίας.

Αντί λοιπόν να εμμένουμε στην άποψη πως οι ανάγκες και οι επιθυμίες όλων των ανθρώπων είναι απεριόριστες, δηλαδή σε μία ταυτολογία, θα πρέπει να ιεραρχήσουμε τις ανάγκες και να θεσμοθετήσουμε αυτή την ιεραρχία ως κριτήριο για την αξιοποίηση των φυσικών πόρων, αντί να τους δαπανούμε για ασήμαντες πολυτέλειες. Είναι πολύ εύκολο να βαφτίζουμε την ακατάσχετη εξάντληση των φυσικών πόρων «δικαίωμα στην οικονομική ελευθερία», όμως το αποτέλεσμα που μια τέτοια εξάντληση θα έχει σε βάθος χρόνου θα είναι καταστροφικό.

Κοινωνική Ισότητα και Ισονομία

Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του επιχειρήματος κατά της ισότητας, υποστηρίζεται πως το κοινωνικό κράτος έρχεται να επιλύσει την φυσική ανισότητα μεταξύ των ανθρώπων. Όπως και στο πρώτο σκέλος, υπάρχει και εδώ μια λογική πλάνη. Το δικαίωμα στην περιουσία, και γενικότερα η οικονομική οργάνωση της κοινωνίας δεν αποτελούν φυσικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων: είναι επίκτητα, είναι δομές οργάνωσης, δημιουργήματα των ανθρώπων. Συνεπώς, οι ανισότητες τις οποίες έρχεται να «διορθώσει» και να «απαλύνει» το κοινωνικό κράτος δεν είναι φυσικές, αλλά δομικές συνέπειες (και προϋποθέσεις) του ελεύθερου και ακραίου ανταγωνισμού.

Επιπλέον, η αντιπρόταση του συλλογικού σχεδιασμού της οικονομίας στα πλαίσια του σοσιαλισμού, έρχεται να προσφέρει δυο «αναφαίρετα», σύμφωνα με την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, δικαιώματα: την ελευθερία και την επιδίωξη της ευτυχίας, εξασφαλίζοντας ισότητα απέναντι στις βασικές ανάγκες όλων των ανθρώπων, καθώς και σε εκείνες τις επιθυμίες οι οποίες είναι δυνατό να καλυφθούν, δεδομένων των πεπερασμένων πόρων.

Η ισότητα των ανθρώπων απέναντι στα φυσικά τους δικαιώματα θα διασφαλίσει στον καθ’ ένα την ελευθερία και την ευκαιρία, να ξεδιπλώσει και να αναπτύξει την δημιουργική του διαφορετικότητα, να καλλιεργήσει τα ταλέντα και τις δεξιότητές του. Κάτι τέτοιο εμποδίζεται σήμερα απ’ το απάνθρωπο κυνήγι της επιβίωσης, της 10ωρης και πλέον εργασίας για την εξασφάλιση στέγης, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και σίτισης, δικαιωμάτων δηλαδή πραγματικά φυσικών και αναφαίρετων, τα οποία η θεωρία περί «φυσικών ανισοτήτων» και η αστική νομιμότητα δεν αποδέχονται ως τέτοια.

Και βέβαια, η ανισότητα ως «φυσικό φαινόμενο» συμβαδίζει με την συσσώρευση του χρήματος, την διαφθορά, τον χρηματισμό αξιωματούχων και ανθρώπων σε θέσεις ισχύος, πράγματα, δηλαδή, τα οποία τελικά οδηγούν στην κατάργηση της ισονομίας και του «κράτους δικαίου», και τα οποία είναι παρά φύση.

Από το Ιδεώδες στην Πράξη

Είναι προφανές πως η επιβολή ενός ιδεώδους με βίαιο τρόπο εντάσσεται στις πρακτικές μιας στυγνής δικτατορίας, αλλά ακόμη χειρότερα, όταν μια πλειοψηφία πολιτών δεν αποδέχεται αυτό το ιδεώδες και δεν μάχεται γι’ αυτό, η αποτυχία της εφαρμογής του είναι προδιαγεγραμμένη. Συνεπώς, ο μόνος δρόμος για την μετάβαση από το ιδεώδες στην πράξη, είναι ο δρόμος της δημοκρατίας στην πιο άμεση μορφή της.

Υπ’ αυτή την έννοια, μια τέτοια πρόταση δεν είναι άμεσα εφαρμόσιμη κάτω από τις παρούσες κοινωνικές συνθήκες. Παρόλα αυτά, οι αρχές και οι βάσεις της είναι καθόλα φυσιολογικές, ενώ η παραγωγή πολιτικής σκέψης και πολιτικών προτάσεων, καθώς και η διαρκής πίεση προς αυτή την κατεύθυνση  μπορούν τελικά να την καταστήσουν εφαρμόσιμη.

Για παράδειγμα, όσον αφορά τα ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα, μια λύση σε αυτή την κατεύθυνση θα ήταν η δημιουργία συστημάτων ηλεκτροκίνητων, κοινόχρηστων αυτοκινήτων σε συνδυασμό με την βέλτιστη χρήση φυσικών πόρων. Φυσικά, για να γίνει κάτι τέτοιο εφικτό, θα έπρεπε να δεχθούν οι μεγάλες εταιρίες παραγωγής πετρελαίου την εγκατάσταση των απαραίτητων υποδομών φόρτισης, καθώς και τη μαζική στροφή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ώστε τα ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα να μην φορτίζονται έμμεσα από λιγνίτη. Αυτά, όμως, έρχονται σε άμεση σύγκρουση με την «ανάγκη» (!) των μετόχων των πολυεθνικών εταιριών εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων για πλουτισμό δίχως όρια.

Εξ ίσου σημαντικά παραδείγματα, όπως η κατασκευή, η εμπορία και η χρήση στρατιωτικών εξοπλισμών και όπλων αναδεικνύουν επίσης το πρόβλημα που προκαλούν οι ανισότητες και η κατάχρηση των φυσικών πόρων. Όμως, το παράδειγμα των ηλεκτροκίνητων αυτοκινήτων, αναδεικνύει ξεκάθαρα την πλάνη πίσω από το επιχείρημα πως ο ίδιος ο ανταγωνισμός που πηγάζει από τις ανισότητες και οι πρωτοβουλίες φωτισμένων επιχειρηματιών θα παράξουν πρωτοπόρες τεχνολογικές λύσεις, οι οποίες θα επιλύσουν αυτόματα τα προβλήματα τα οποία ο ίδιος ο ακραιφνής ανταγωνισμός δημιουργεί.

Βλέπουμε, λοιπόν, πως το αφήγημα που παρουσιάζει την ανισότητα και την απόλυτη οικονομική ελευθερία ως φυσικά στοιχεία της κοινωνίας, καθώς και η ηθική του βάση αντιμετωπίζουν δυο βασικούς περιοριστικούς παράγοντες: τα δομικά αντικρουόμενα συμφέροντα μεταξύ των οικονομικών ελίτ και του κοινού συμφέροντος, καθώς και τους πεπερασμένους φυσικούς πόρους. Ο μόνος τρόπος να προχωρήσουμε στην οικοδόμηση μιας πραγματικά αειφόρου κοινωνίας είναι να θεσμοθετήσουμε την ισότητα, την συλλογική ιεράρχηση των αναγκών και των επιθυμιών μας, καθώς και την λελογισμένη χρήση των φυσικών μας πόρων. Να θεσμοθετήσουμε συλλογικά ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, προϋπόθεση για το οποίο θα είναι η καθολική ανατροπή των άνισων οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων, οι οποίες είναι εξορισμού αντίθετες με το κοινό συμφέρον.

Πηγή : Η Ισότητα ως Αυταπόδεικτη Αλήθεια