Το ασυνείδητο κίνητρο της πλεονεξίας

Πολύ ενδιαφέρουσα έρευνα που μας προσφέρει μια πιθανή εξήγηση για ένα τεράστιο κατά τη γνώμη μου ερώτημα : Γιατί πολλοί από τους ανθρώπους που για διάφορους λόγους έχουν συσσωρεύσει μεγάλες περιουσίες, συνεχίζουν να κυνηγάνε ακόμη περισσότερα κέρδη, σε σημείο να μην μπορούν να απολαύσουν την άνετη ζωή που μπορεί να τους προσφέρει η υπάρχουσα οικονομική τους ευμάρεια. Εισάγεται λοιπόν η έννοια της «απερίσκεπτης συσσώρευσης» που ουσιαστικά περιλαμβάνει τα εξής συμπεράσματα :

  • Δεν αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι αυτοί τη σπατάλη ενέργειας και την ασταμάτητη πίεση στην οποία υποβάλλουν τον εαυτό τους και έτσι όταν ξεκινήσουν τη συμπεριφορά αυτή δεν μπορούν να σταματήσουν
  • Σύμφωνα με την κοντόφθαλμη λογική τους το χρήμα και γενικώς τα περιουσιακά στοιχεία είναι κάτι μετρήσιμο, όχι όμως και κάποια πράγματα που πραγματικά μας κάνουν ευτυχισμένους.

Ακολουθεί η έρευνα:

 

Μόνο εργασία χωρίς χαρά μπορεί να είναι το αποτέλεσμα μιας «απερίσκεπτης συσσώρευσης», ισχυρίζονται οι επιστήμονες που βρίσκονται πίσω από μια νέα έρευνα, η οποία δείχνει ένα βαθιά ριζωμένο ένστικτο να κερδίζουμε περισσότερα από όσα είναι δυνατόν να καταναλώσουμε, ακόμα και όταν αυτή η ανισορροπία μάς κάνει δυστυχισμένους.

Αν αναλογιστούμε πόσο πολλοί άνθρωποι αγωνίζονται για να επιβιώσουν, ένα τέτοιο πρόβλημα μπορεί να ακουστεί τουλάχιστον επιπόλαιο. Παρ’ όλα αυτά, μια επιστημονική ομάδα Αμερικανών και Κινέζων ερευνητών ισχυρίζεται πως, δεδομένου ότι ο ρυθμός παραγωγικότητας έχει αυξηθεί, θεωρητικά αυτό επιτρέπει σε πολλούς ανθρώπους να εργάζονται λιγότερο και να απολαμβάνουν μια ζωή εξίσου άνετη με τις προηγούμενες γενιές. Ωστόσο, όπως αναφέρουν οι επιστήμονες σε δημοσίευσή τους στο επιστημονικό περιοδικό Psychological Science, επιλέγουν… να μην το κάνουν.

Για να εξερευνήσουν το ισχυρό δέλεαρ της συσσώρευσης υλικών αγαθών, οι ερευνητές σχεδίασαν ένα πείραμα σε δύο στάδια. Στο πρώτο στάδιο, οι εθελοντές κάθισαν για πέντε λεπτά μπροστά από έναν υπολογιστή φορώντας ακουστικά και είχαν την επιλογή να ακούσουν είτε μια ευχάριστη μουσική είτε τον εκνευριστικό ήχο παρασίτων. Οι συμμετέχοντες ενημερώθηκαν ότι ακούγοντας τα παράσιτα για αρκετό χρόνο θα κέρδιζαν κομμάτια σοκολάτας. Ορισμένοι από αυτούς έπρεπε να ακούσουν λιγότερες φορές τον συγκεκριμένο ήχο για να κερδίσουν το κάθε κομμάτι σοκολάτας, ενώ κάποιοι άλλοι έπρεπε να τον ακούσουν περισσότερες φορές. Με άλλα λόγια, οι πρώτοι θεωρήθηκαν «υψηλόμισθοι», ενώ οι δεύτεροι «χαμηλόμισθοι».

Κατά το δεύτερο στάδιο του πειράματος, διάρκειας επίσης πέντε λεπτών, οι συμμετέχοντες γνώριζαν ότι θα έχουν τον χρόνο να καταναλώσουν τη σοκολάτα που κέρδισαν, χωρίς όμως να μπορούν να πάρουν μαζί τους την ποσότητα που δεν κατάφεραν να καταναλώσουν. Στην αρχή λοιπόν του πειράματος, οι ερευνητές ζήτησαν από τους συμμετέχοντες να εκτιμήσουν την ποσότητα σοκολάτας που πίστευαν ότι είναι ικανοί να καταναλώσουν.

Οι συμμετέχοντες που ανήκαν στην ομάδα των «υψηλόμισθων» προέβλεψαν ότι θα καταναλώσουν 3,75 σοκολάτες, κατά μέσο όρο. Οταν ήρθε όμως η ώρα να «κερδίσουν» σοκολάτες, συσσώρευσαν πολύ περισσότερες από την αρχική τους εκτίμηση, κερδίζοντας κατά μέσο όρο 10,74 σοκολάτες και από αυτές κατάφεραν να καταναλώσουν λιγότερες από τις μισές. Με άλλα λόγια, υπέβαλαν τον εαυτό τους στον εκνευριστικό θόρυβο με σκοπό να κερδίσουν περισσότερα από όσα μπορούσαν ή προέβλεψαν ότι μπορούσαν να καταναλώσουν…

«Εχουμε εισαγάγει την έννοια της “απερίσκεπτης συσσώρευσης”», λέει ο δρ Κρίστοφερ Σι, καθηγητής Συμπεριφορικής Επιστήμης και Μάρκετινγκ στη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου και βασικός ερευνητής της συγκεκριμένης μελέτης. «Είναι σπατάλη ενέργειας. Οταν όμως οι άνθρωποι είναι σε δράση, δεν μπορούν να σταματήσουν», προσθέτει ο ίδιος. Η παρόρμηση αυτή διαφάνηκε λιγότερο έντονα στους συμμετέχοντες που ανήκαν στην ομάδα των «χαμηλόμισθων», οι οποίοι κέρδισαν κατά μέσο όρο μικρότερη ποσότητα σοκολάτας από ό,τι είχαν προβλέψει ότι θα μπορούσαν να καταναλώσουν. Ωστόσο, τόσο οι «υψηλόμισθοι» όσο και οι «χαμηλόμισθοι» άκουσαν περίπου την ίδια διάρκεια ενοχλητικού θορύβου κατά την περίοδο των πέντε λεπτών, κάνοντας τον δρα Σι να υποστηρίξει ότι η συμπεριφορά και των δύο ομάδων διέπεται από την ίδια αρχή: όχι από το πόσα αγαθά έχουν ανάγκη, αλλά από το πόση δουλειά μπορούν να αντέξουν.

Ασαφή όρια

Πόσο εφαρμόσιμο είναι όμως κάτι τέτοιο στον πραγματικό κόσμο, όπου οι άνθρωποι κερδίζουν χρήματα και όχι σοκολάτες, δεν μπορούν να προβλέψουν πόσα χρόνια θα ζήσουν, ενώ επίσης δεν γνωρίζουν αν θα χρειαστεί να έχουν συσσωρεύσει πόρους για την περίπτωση μιας καταστροφής; Δύσκολη απάντηση, αλλά η έρευνα αποδεικνύει ότι ακόμα και όταν οι άνθρωποι γνωρίζουν τα σαφή όρια -όπως ότι δεν μπορούν να πάρουν μαζί τους τα γλυκά όταν φύγουν- εξακολουθούν να κερδίζουν περισσότερα από όσα θα μπορούσαν ποτέ να καταναλώσουν.

Ο Μάικλ Νόρτον, αναπληρωτής καθηγητής στη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, ο οποίος εξειδικεύεται σε αυτόν τον τομέα, λέει ότι αυτό που επισημαίνει η έρευνα είναι «τεράστιας σημασίας», επειδή διαφωτίζει τους ανθρώπους σχετικά με την ύπαρξη ενός ασυνείδητου κινήτρου που οδηγεί σε κοντόφθαλμες, ακόμα και δυσάρεστες επιλογές.

Ωστόσο, όπως σημειώνει ο ίδιος, η επιλογή της ευτυχίας ή της ψυχαγωγίας απέναντι στο κέρδος αποτελεί πρόκληση, εν μέρει επειδή η συσσώρευση χρήματος ή γλυκών μπορεί να μετρηθεί πιο εύκολα απ’ ότι, ας πούμε, η ευτυχία. «Μπορείτε να μετρήσετε τις σοκολάτες», λέει ο κ. Νόρτον. Παρ’ όλα αυτά, το να είσαι ένας στοργικός γονιός ή σύντροφος δεν είναι ιδιαίτερα μετρήσιμο. «Τα περισσότερα από αυτά που μας κάνουν πραγματικά ευτυχισμένους στη ζωή είναι δύσκολο να μετρηθούν», καταλήγει.

Πηγή : Το ασυνείδητο κίνητρο της πλεονεξίαςGREED

Advertisements

Τα likes, οι selfies και ξανά στο ίδιο έργο θεατές

Αναδημοσίευση ενός παλιότερου κειμένου

Οι τελευταίες εξελίξεις από το καλοκαίρι κι έπειτα ήταν σαφώς ακόμη ένα χτύπημα για πολύ κόσμο. Ειδικά για μια περίοδο 2-3 εβδομάδων τον Ιούλιο έχω την εντύπωση ότι οι ατομικές πνευματικές και ψυχικές άμυνες μεγάλης μερίδας του κόσμου δοκιμάστηκαν σκληρά στο πλαίσιο αρχικά μιας συντονισμένης εκστρατείας φόβου και στη συνέχεια μιας ανώμαλης προσγείωσης σε μια σκληρή και επαναλαμβανόμενα απογοητευτική πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα αυτή ανέδειξε για πολλοστή φορά το καταθλιπτικό συμπέρασμα ότι σε αυτή τη χώρα δεν υπάρχει λογική. Γιατί η λογική δέχεται σκληρή δοκιμασία όταν το αποτέλεσμα ενός (ήδη παράλογου) δημοψηφίσματος οδηγεί ακριβώς στην αντίθετη πολιτική απόφαση. Οι προεκτάσεις του γεγονότος αυτού είναι περισσότερες, όμως θα πρέπει να αρκεστούμε στο «ο νοών νοήτω».

Πλέον ο κόσμος καλείται να ξαναψηφίσει σε μια εκλογική διαδικασία χωρίς ουσία καθώς οι πρόσφατες εξελίξεις έχουν δείξει ότι το κόμμα που θα πλειοψηφήσει δεν θα κυβερνήσει, αλλά θα συγκυβερνήσει για να εφαρμόσει πολιτικές ήδη γνωστές. Ξανά παρόμοιες προεκτάσεις.

Και παρά την ευνοική συγκυρία της καλοκαιρινής ραστώνης, ο νεοέλληνας δε δείχνει να ωφελήθηκε πολύ. Αντιθέτως η πεποίθηση ότι το πνεύμα της πλειοψηφίας του κόσμου βρίσκεται σε πολυετή ραστώνη, ποτέ δε φαινόταν ισχυρότερη. Από τη μια ζουν και βασιλεύουν χρονίζουσες παθογένειες όπως η έλλειψη σεβασμού για το συνάνθρωπο, η έλλειψη παιδείας, η ματαιοδοξία, ο ατομικισμός, ο ωχαδερφισμός, η κουτοπονηριά, η υποκρισία και πολλές άλλες. Από την άλλη, αν υπάρχει μια υποθετικά αυξανόμενη μάζα πληθυσμού που κάπως ευαισθητοποιημένη, προσπαθεί να ξεφύγει από τα προηγούμενα, δεν έχει βρει δυστυχώς τρόπο να εκφραστεί. Επικρατούν μηχανισμοί άμυνας που προσφέρουν αποφυγή της φόρτισης που προκαλεί η παρακμή της χώρας τούτης. Τυπικά παραδείγματα ο στρουθοκαμηλισμός, κυνισμός, το κυνικό χιούμορ και η αδιαφορία για τα κοινά.

Ο κόσμος σήμερα περνάει σημαντικό μέρος του χρόνου του στο virtual κόσμο των social media «ποστάροντας» επί παντός επιστητού, καθόλου συχνά δυστυχώς επί πραγματικά σημαντικών θεμάτων. Και ποιος καθορίζει τι είναι πραγματικά σημαντικό θα ρωτήσει εύλογα κανείς. Ζούμε σε μια εποχή που το να υποστηρίξει κανείς ότι οι αρχές/αξίες είναι ό,τι πιο σημαντικό στη ζωή δε χρήζει γενικής παραδοχής, αλλά και όποτε χρήζει ξεχνιέται άνετα στο μύλο μιας αλλοτριωμένης καθημερινότητας. Ο κόσμος δεν απολαμβάνει στοιχειωδών πολιτισμικών κατακτήσεων όπως κατάλληλης παιδείας, λειτουργικού σύστηματος υγείας παντού, δικαιοσύνης, αξιοκρατίας, αξιοπρέπειας, εργασίας, κοινωνικής ασφάλειας, οργάνωσης κράτους κ.α.. και παρ’ όλ’ αυτά αναλώνεται εκτός από την all time classic πατροπαράδοτη γκρίνια σε διαδικτυακούς διαγωνισμούς συλλογής «likes», μέσω διανοουμενίστικων σοβαροφανών «αναλύσεων», εξυπνακισμών και αστεισμών που ναι προσφέρουν λίγο γέλιο μεν, καμία πραγματική αλλαγή δε.

Εκτός και αν δε χρειάζεται αλλαγή η κοινωνία τούτη βρε αδερφέ! Τι κάθεσαι και ασχολείσαι τώρα εσύ με τέτοια πράγματα. Τι πιο εύκολο να συνεχίσουμε να κυκλοφορούμε καλοντυμένοι και με τις μάσκες (selfies?) ανανεωμένες εντός και εκτός των κινητών και ακίνητων «αξιοζήλευτων» κεκτημένων μας, απενεργοποιώντας τις αισθήσεις μας στο τοξικό έξω και αγνοώντας περιχαρείς το ταλαιπωρημένο μέσα…

world apathy

Ισχύει? Απόδειξη

Acceptance without proof is the fundamental characteristic

science replaces private prejudice

People wrap themselves in their beliefs

In order to disprove the assertion that

Deviner avant de démontrer! Ai-je besoin

Το θέμα της επιστημονικής αποδειξιμότητας (provability) ή μη πεποιθήσεων, θεωριών, ερμηνειών, κλινικών παρατηρήσεων, γεγονότων αποτελεί κατά τη γνώμη μου ένα πολύ ενδιαφέρον φαινόμενο και υποψήφιο για το fallacy που ονομάζεται black or white thinking.

Από τη μια πλευρά είναι δεδομένο οτι η επιστημονική απόδειξη/επιβεβαίωση είναι μείζονος σημασίας και αναγκαία προυπόθεση για την ίδια την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους. Στην ιατρική για παράδειγμα το να βρεις οτι το Α προκαλεί το Β με επιστημονικά δεδομένα δίνει τη δυνατότητα να προχωρήσεις στην ανεύρεση θεραπείας για το Α ώστε να μην προκαλεί το Β (βέβαια έχει εντοπιστεί και αναδειχθεί από μερίδα της επιστημονικής κοινότητας διαβλητότητα στη μεθοδολογία ορισμένων ερευνών, με αποτέλεσμα την αμφισβήτηση των αποδεικτικών στοιχείων και ενίοτε της αξιοπιστίας τους). Επιπλέον αποτελεί ανθρώπινη μάστιγα ανά τους αιώνες η άκριτη προσκόλληση σε αβάσιμες ερμηνείες, σε μαγικούς τρόπους σκέψης, σε αυθαίρετες δογματικές αντιλήψεις.

Από τη άλλη πιστεύω οτι χρειάζεται προσοχή από μερίδα επιστημόνων στο να μη γίνεται το κυνήγι αποδείξεων μια εμμονή τόσο εκτεταμένη που οτιδήποτε μη αποδείξιμο να καθίσταται μη αποδεκτό. Ο τρόπος σκέψης αυτός είναι από τη φύση του περιοριστικός διότι αφαιρεί από τον επιστημονικό ρεπερτόριο χρήσιμες και δημιουργικές ιδιότητες όπως η οξεία παρατηρητικότητα, η αξιωματική θεώρηση, η επαγωγική σκέψη, η διαισθητική αντίληψη. Το θέμα είναι βέβαια να μπορεί κανείς να διαθέτει τις ιδιότητες αυτές. Επιπλέον η μεγάλη έμφαση στη μη αποδειξιμότητα μιας παρατήρησης την ώρα που η παρατήρηση αυτή εμπειρικά δείχνει θετικά αποτελέσματα, θα μπορούσε να δίνει πάτημα στην κακόβουλη αμφισβήτηση της εγκυρότητας αυτής από συγκεκριμένες οπισθοδρομικές ομάδες. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται ιδιαιτέρως στην ψυχιατρική.

Υποστηρίζω οτι ο επιστήμονας θα πρέπει να μπορεί να μετακινείται ευέλικτα ανάμεσα στα δύο αυτά state of mind για να είναι όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικός.

Σπύρος Καλημέρης Ψυχίατρος Ψυχοθεραπευτής

23 δισ. ευρώ ζημιά από φαρμακευτικές από το 2000 έως το 2015

Δε θα αναφερθώ στα βαριά ονόματα που εμπλέκονται στο θέμα με τη Novartis, καθώς είναι σημαντικό να μην πληγούν οι ευαισθησίες πολλών και οι αυταπάτες περισσότερων.. Αν προσθέσει κανείς διάφορα τέτοια νούμερα και από άλλα «πάρτυ» όπως π.χ. οι εξοπλισμοί, τότε εξηγούνται πλέον και πέραν από συνωμοσιολογικό επίπεδο τα ελλείμματα και τα χρέη αυτής της χώρας. Αυτό που μου έρχεται στο μυαλό να σχολιάσω είναι η συνεχιζόμενη προσκόλληση πολλών συμπολιτών μας παντός τάξης και παιδείας στα πολυπλόκαμα πολιτικά μορφώματα του παρελθόντος που σε αγαστή συνεργασία με μερίδα του κυρίαρχου ιδιωτικού τομέα (τον οποίον τόσο τυφλά πολλοί υποστηρίζουν ως μόνη λύση για την πάταξη της διαφθοράς άκουσον άκουσον) οδήγησε την οικονομική κατάρρευση σε αυτά τα δυσθεόρατα ύψη.

Τί άλλο θέλετε να κατανοήσετε οτι το υπάρχον πολιτικοοικονομικό σύστημα έχει αποτύχει και άρα πρέπει να αλλάξει ριζικά? Και βέβαια όχι τύπου «Άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς»?

Πηγή : Τι λέει η δικογραφία για την Novartis

Evolution Path

«Στα σχολεία για άλλους οπαδούς- πολίτες τού αύριο»

Τι διατύπωσε η αυθόρμητη αντίδραση όσων κλήθηκαν να σχολιάσουν τη μέτρηση της Ενωσης Ευρωπαϊκών Επαγγελματικών Πρωταθλημάτων Ποδοσφαίρου (EPFL) για την πυκνότητα των θεατών στα γήπεδα της ηπείρου μας και τον καταποντισμό της δικής μας διοργάνωσης στην 27η θέση;

Τα αυτονόητα και αναγκαία διά γυμνού οφθαλμού: την ανάγκη εξασφάλισης των θεατών απ’ τα κρούσματα βίας, την κάθαρση της διαιτησίας ώστε να απονέμεται δικαιοσύνη εντός γηπέδου, ισονομία και εκτός γηπέδου, βεβαίως τη βελτίωση των γηπεδικών εγκαταστάσεων και όσα παραμένουν αυτονόητα μεν, προσδοκώμενα δε στη χώρα μας.

Ο Ντίνος Κούης, επίσης πηγαία, έφυγε από τα προφανή και μίλησε για τη ρίζα του κακού. Οι πρώτες λέξεις που εκστόμισε όταν τον ρωτήσαμε ήταν «αγωγή, παιδεία». Και μετά μίλησε με ποδοσφαιρικούς όρους.

Κατέληξε, με περιφραστική διατύπωση, επίσης στην ανάγκη αλλαγής της στάσης ζωής μας. Με ρίζα της; «Τη σωστή διαπαιδαγώγηση».

Αρα δεν μίλησε στην «Εφ.Συν.» μόνο ως σημαντικός παίκτης από το παρελθόν, αλλά και ως πατέρας δύο παιδιών. Τα δικά του παιδιά έχουν ενηλικιωθεί (αμφότερα άνω των 30 ετών), δεν έχουν ανάγκη παρόμοιας προσέγγισης, αλλά αυτό δεν του απαγορεύει να φέρει την απαξίωση του ποδοσφαιρικού προϊόντος μας προ των ευθυνών της:

«Αγωγή, παιδεία! Βιάζομαι να πω ότι με στενοχωρεί βέβαια η απουσία πολλών οπαδών από τις εξέδρες μας. Ο κόσμος είναι, πρέπει να ξαναγίνει και στην Ελλάδα, μέρος του παιχνιδιού. Ρωτήστε παλιούς και νέους ποδοσφαιριστές πόσο διαφορετικά ζούμε ένα παιχνίδι με πολύ κόσμο στις εξέδρες από ένα άλλο παιχνίδι με μισοάδειες εξέδρες. Εκτός αυτού είναι και πολιτισμός η παρουσία στις εξέδρες, εννοώ την ειρηνική παρουσία, οπαδών και των δύο ομάδων που παίζουν. Μιλώ, λοιπόν, πρώτα για τον κόσμο και μετά για σημαντικά προβλήματα που υπάρχουν, όπως η διαιτησία και η εφαρμογή των νόμων για όλους εντός και εκτός γηπέδου. Από τον κόσμο, όμως, ξεκινά και τελειώνει το πρόβλημα και από τον κόσμο μπορεί να λυθεί!».

Συνέντευξη

• Ο ανυποψίαστος οπαδός-πολίτης σάς ρωτά «και τι φταίω εγώ για τις κακές διαιτησίες, τη γενικότερη αδικία;».

Του απαντώ: Αν εσύ ήσουν διαφορετικός, δηλαδή σοβαρός θεατής-πελάτης του γηπέδου, τότε οι διοικήσεις, των ομάδων, της διοργανώτριας αρχής του πρωταθλήματος, βεβαίως και οι πολιτικοί που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο, θα ήταν πιο προσεκτικοί, δίκαιοι με το ποδόσφαιρο.

Επειδή θα σε έβλεπαν, εσένα τον οπαδό, να είσαι σοβαρός, να μην παρασύρεσαι, να μην πηγαίνεις σαν αγέλη όπου σε καλούν οι πρόεδροι των ομάδων ή άλλοι που εκμεταλλεύονται τον φανατισμό σου. Κι αυτό επειδή αν είχες αγωγή, παιδεία, ειδικά ως φίλος του ποδοσφαίρου, γενικότερα ως πολίτης, απλά δεν θα ήσουν φανατικός.

Αγαπώ πολύ το ποδόσφαιρο κι εγώ, δεν μιλώ για αγάπη στο παιχνίδι, μιλώ για φανατισμό.

• Ηδη είπατε τις λέξεις-κλειδιά: «αγωγή, παιδεία».

Ετσι ακριβώς. Το έχω πει και άλλοτε, το λέω και τώρα επειδή όταν είμαστε 27οι σ’ αυτή τη λίστα δείχνουμε στην υπόλοιπη Ευρώπη πως το πρόβλημά μας είναι ο πολιτισμός που λείπει από τον καθένα μας.

Πριν αναφέρω οτιδήποτε άλλο, θέλω να ξεκαθαρίσω πως, ναι, η οικονομική κρίση έκανε τους περισσότερους Ελληνες να σκέφτονται σοβαρά όλα τα έξοδά τους, άρα και το εισιτήριο που θα πληρώσουν για να πάνε στο γήπεδο.

Αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος. Η μαζική απουσία του κόσμου απ’ τις εξέδρες είχε ξεκινήσει πριν ζήσουμε την οικονομική κρίση!

Προτείνω, οργανωμένα επειδή στο σημείο που έχουμε φτάσει χρειάζεται σχέδιο, άνθρωποι του ποδοσφαίρου απ’ το χθες και το σήμερα και άλλοι που έχουν να πουν κάτι σημαντικό, να μπαίνουν στα σχολεία και να μιλούν στα παιδιά. Να τους εξηγούν πως «πάμε στο γήπεδο για να χαρούμε, να γιορτάσουμε τη νίκη μας ή να σεβαστούμε τον αντίπαλο αν αυτός είναι ο νικητής και όχι η ομάδα μας».

Τι θα πετύχουμε αν μιλήσουμε έτσι στα παιδιά; Θα βοηθήσουμε να ετοιμαστούν άλλοι, ειδικότερα οπαδοί, γενικότερα πολίτες, για το μέλλον. Που θα αντιδρούν, δεν θα τους αρέσει ακόμη κι όταν βλέπουν ότι η ομάδα τους νικά ενώ έχει αδικηθεί ο αντίπαλος. Αν υπήρχε τέτοιο κοινό, τότε παράγοντες και κυβερνήσεις θα είχαν υποχρεωθεί να έχουν καθαρό το ποδόσφαιρο.

• Χρειάζεται αλλαγή στάσης ζωής, συνώνυμη επανάστασης με κριτήριο τις αγέλες των οπαδών που τους τραβάνε απ’ τη μύτη και πάνε στο γήπεδο όχι για να δουν μπάλα, αλλά για να εκτονωθούν.

«Αλλαγή στάσης ζωής», καλά το είπες! Αυτό χρειάζεται. Και είμαι αισιόδοξος αν, επαναλαμβάνω, μιλήσουμε όπως πρέπει στα νέα παιδιά τού σήμερα. Λένε, και έτσι είναι, πως πρέπει να φτιάξουν τα γήπεδα, από τουαλέτες μέχρι καλούς αγωνιστικούς χώρους, για να τραβήξουν τον κόσμο που έχει φύγει από τις εξέδρες. Κι αυτό είναι αλήθεια.

Αναρωτιέμαι όμως αν ο σημερινός συμπολίτης θα σεβαστεί το καλοφτιαγμένο γήπεδο ή αν θα βρομίσει και θα σπάσει τη νέα εγκατάσταση, όπως συμβαίνει τώρα στην πρώτη ευκαιρία. Χρειάζεται να μιλήσουμε με κατάλληλο, απλό τρόπο στα παιδιά που θα είναι οι οπαδοί, οι πολίτες τού αύριο.

Το λέω αυτό επειδή το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τα γήπεδα βέβαια αλλά και άλλους, σχεδόν όλους τους τομείς της κοινωνίας μας

 

Πηγή : «Στα σχολεία για άλλους οπαδούς- πολίτες τού αύριο»

Μεγάλες ενημερωτικές ιστοσελίδες «είδαν» ένα μέτρο χιόνι στη Κρήτη.

Ενημερώνεστε υπεύθυνα, έγκυρα και αντικειμενικά. Τα fake news τώρα και από ιστοσελίδες ευρείας απήχησης. ‘Η μήπως όχι μόνο τώρα?

Βλέπε για το χιόνι που δεν έπεσε εδώ : Μεγάλες ενημερωτικές ιστοσελίδες «είδαν» ένα μέτρο χιόνι στη Κρήτη.

Πόσο αγαπάμε τα παιδιά μας;

Αν κάτσει να το καλοσκεφτεί κανείς, υπάρχουν ελάχιστα πράγματα που συνδέουν αυτούς που θεωρούν τους εαυτούς τους Ελληνες. Ενα από τα κυριότερα είναι ασφαλώς η καθολική πίστη στην ύψιστη αξία της οικογένειας. Η μόνη λειτουργική μονάδα στις κοινωνίες των Ελλήνων είναι η οικογένεια. Και στο πλαίσιο της πανίσχυρης ελληνικής οικογένειας επιβιώνει πανίσχυρος ο μύθος της απέραντης, αιώνιας αγάπης των Ελλήνων γονιών για τα παιδιά τους. Αλλά γιατί την αποκαλώ μύθο; Είναι μύθος η αγάπη των Ελλήνων για τα παιδιά τους; Πολλές φορές αναρωτιέμαι.

Οταν βγαίνουν τα αποτελέσματα της PISA, που αποδεικνύουν ότι τα παιδιά των Ελλήνων παίρνουν παντού κάτω από τη βάση, όταν δημοσιεύονται φωτογραφίες από τα τριτοκοσμικά χάλια των ελληνικών πανεπιστημίων, όταν ανακοινώνονται νέα μέτρα ιδεολογικά φορτισμένου εξευτελισμού της ελληνικής εκπαίδευσης, όταν τα μισά νήπια δεν έχουν πρόσβαση σε παιδικούς σταθμούς, δεν συμφωνείτε ότι αποκαλύπτεται μια αντίφαση; Πώς συμβιβάζονται αυτά –διαχρονικά φαινόμενα που κάνουν τις ζωές των παιδιών των Ελλήνων χειρότερες– με εκείνη τη χιλιοτραγουδισμένη αγάπη; Αν αγαπάμε στ’ αλήθεια τα παιδιά μας, πώς ανεχόμαστε αυτό το χάλι; Για να μη σας πάω στο άλλο, ευρύτερο θέμα, τον κόσμο που φτιάχνουν οι γενιές μας για να ζήσουν και να μεγαλώσουν μέσα τα παιδιά μας, εν προκειμένω μια χρεοκοπημένη χώρα μέσα στη μιζέρια και την κατήφεια, κατασκευασμένη για να τα διώξει όσο γίνεται πιο μακριά. Πόσο αγαπάμε τα παιδιά μας όταν σιγά σιγά τους διαλύουμε κάθε προοπτική για μια ευτυχισμένη ζωή με κάθε μας ψήφο;

Στο θέμα της Παιδείας, ας πούμε, πού είναι οι ακτιβιστικές οργανώσεις γονιών που απαιτούν αξιολόγηση των καθηγητών στην εκπαίδευση; Πού είναι οι ευαισθητοποιημένοι γονείς που κάνουν αγώνες για πρόσβαση όλων των παιδιών στην προσχολική αγωγή; Πού είναι οι γονείς παιδιών του λυκείου, οι ίδιοι που δαπανούν χιλιάδες ευρώ σε φροντιστήρια για να μπει το παιδί στο ΑΕΙ, που διαμαρτύρονται για την άθλια ποιότητα και τις αποκρουστικές συνθήκες φοίτησης στα περισσότερα ελληνικά πανεπιστήμια; Πώς λειτουργεί αυτή η μυθική «υπερπροστατευτικότητα», τελικά; Πόσο επιλεκτική είναι;
Φυσικά, αυτές οι ερωτήσεις είναι αφελείς.

Η αγάπη ενός γονιού για το παιδί του δεν είναι ένα ορθολογικό πράγμα, ούτε μια εξιδανικευμένη στράτευση. Είναι ένα περίπλοκο συναίσθημα που περιέχει πολυάριθμες πτυχές, όχι όλες υγιείς. Εχει μέσα προβολή προσωπικών φιλοδοξιών και κόμπλεξ, τρομερό άγχος, αμφιβολία, αυτοσχεδιασμό, ανασφάλεια και όλα αυτά έρχονται να κολλήσουν στο προϋπάρχον μείγμα ασχετοσύνης, βιασύνης, ιδεοληψίας και περιορισμένης κριτικής ικανότητας που υπάρχει μέσα στον κάθε ένα από εμάς (σε διαφορετικές δοσολογίες, προφανώς).

Φανταστείτε κάποιον ψύχραιμο, ανεξάρτητο παρατηρητή που παρακολουθεί έναν Ελληνα γονιό καθώς παρκάρει παράνομα στο πεζοδρόμιο έξω από το σχολείο, μπουκάρει έξαλλος και διαμαρτύρεται στον καθηγητή επειδή έβαλε κακό βαθμό στο παιδάκι του. Δεν το αγαπάει το παιδάκι του αυτός ο γονιός; Και βέβαια το αγαπάει, με τον ιδιαίτερο, σχεδόν παθολογικό ορισμό της λέξης. Απλά είναι ανίκανος να συνδέσει το αίτιο με το αιτιατό, κάτι που πιθανότατα του συμβαίνει και σε άλλες εκφάνσεις της καθημερινής του συμπεριφοράς. Δεν μπορεί να καταλάβει το ότι αν κάνει κάτι, τότε κάτι άλλο θα συμβεί. Το ότι οι πράξεις έχουν συνέπειες. Αυτό εξηγεί πολλά πράγματα στη ζωή μας, τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, τον Κίμωνα Κουλούρη, τα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία, τον Μιχάλη Λιάπη, το 61% στο δημοψήφισμα του ’15, τη φονική πλημμύρα στη Μάνδρα και, φυσικά, την ανεπαρκή ωρίμανση αλλεπάλληλων γενεών Ελλήνων που αναπαράγουν τα ίδια λάθη, πάντα σπεύδοντας να επικαλεστούν τις φυσιολογικές εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα, για να αμφισβητήσουν το ότι υπάρχει πρόβλημα (και άρα και αυτό το άρθρο) και για να καθησυχάσουν την επίμονη, οδυνηρή αμφιβολία στο πίσω πίσω μέρος του μυαλού, ότι ίσως και να μην ξέρουμε τι μας γίνεται κι ότι ενδέχεται την ασχετοσύνη μας αυτή να την κληροδοτούμε στα παιδιά μας, αμπαλαρισμένη και καμουφλαρισμένη με τη μορφή της απέραντης, αιώνιας, ασφυκτικής αγάπης.

Από : Πόσο αγαπάμε τα παιδιά μας;