Μία από τις αιτίες

Πολύ συχνά ακούμε σε συζητήσεις να είναι στα χείλη όλων ερωτήσεις όπως: «τι έχει πάει τόσο στραβά;», «πως φτάσαμε εδώ που είμαστε;» κ.λ.π.

Η αλήθεια είναι ότι πέρα από τα προβλήματα που είναι κοινά σε παγκόσμια κλίμακα, στην Ελλάδα έχουμε να αντιμετωπίσουμε κι ένα σημαντικό τοπικό ζήτημα: την ανωριμότητα! Δυστυχώς ακόμη και σε συνέδρια, γίνεται συχνά ειδική μνεία σε σχέση με το ότι ο μέσος Έλληνας αργεί να ωριμάσει. Η κρίση μάλιστα που περνάμε, ενισχύεται πάρα πολύ απ’ τον παραπάνω παράγοντα. Τα αίτια αυτής της ανωριμότητας θα τα βρούμε στη δομή της ελληνικής οικογένειας. Ανεξάρτητα από το πώς και πότε ξεκίνησε να υφίσταται αυτό πρόβλημα (γιατί δεν ήταν ανέκαθεν έτσι), στην παρούσα φάση θα πρέπει να το διαπραγματευτούμε.

Κάθε οικογένεια στήνεται αρχικά γύρω από τους δύο γεννήτορες. Οι άνθρωποι έχουν την ανάγκη να ανήκουν πλήρως σε μια ομάδα και μέσα στα όριά της να εξασφαλίζουν στενές, αυθεντικές σχέσεις. Ο κάθε σύντροφος λοιπόν μέσα από τη στενή ψυχο-σεξουαλική σχέση που αναπτύσσει με τον άλλον, προσδοκά να καλύψει τις ανάγκες του για στοργή, μοίρασμα και αληθινή ένωση. Όμως καθώς μεγαλώναμε, πολλούς από εμάς δεν μας προετοίμασαν επαρκώς ώστε να είμαστε ικανοί να δομήσουμε μια τέτοια αυθεντική σχέση. Έτσι ο πατέρας και η μητέρα συχνά δεν μπορούν να βρουν αναμεταξύ τους αυτό που αναζητούν. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα παιδιά «πληρώνουν τα σπασμένα»…

Ο γονιός μετατρέπει (ασυνείδητα) τον μπλοκαρισμένο ερωτισμό του προς το σύντροφο, σε υπερβολική στοργή προς το παιδί. Οδηγεί έτσι τον απόγονό του να δεθεί κυριολεκτικά μαζί του. Γονιός και τέκνο, σχηματίζουν έναν αδιάρρηκτο προσωπικό δεσμό. Είναι σα να ορκίστηκαν σιωπηλά να σχηματίσουν οι δυο τους μια ομάδα που δεν χωρά κανέναν άλλο! Ακόμη κι ο άλλος γονιός μένει απέξω. Αυτό βέβαια στην ουσία τον βολεύει. Γιατί πατέρας και μητέρα έχουν ταιριάξει μεταξύ τους στα νευρωτικά τους χαρακτηριστικά. Ο καθένας δηλαδή έχει βρει στον άλλον, το άρρωστο (πλην όμως γνώριμο!) κομμάτι του από την παλιά δική του οικογένεια. Όταν λοιπόν ο ένας παίρνει το συμβιωτικό με το παιδί ρόλο, ο άλλος αναλαμβάνει το ρόλο του «συναισθηματικού ζητιάνου». Με αυτό τον τρόπο στήνεται μια δυναμική (νοσηρή) ισορροπία και η οικογένεια δένει σφικτά.

Στατιστικά είναι συχνότερα η μητέρα αυτή που δημιουργεί τη συμμαχία με το παιδί.

Ο πατέρας δεν είναι σε θέση να καλύψει τις συναισθηματικές της ανάγκες ως σύζυγος και αυτή τις καλύπτει μέσα από το παιδί της. Με αυτό τον τρόπο τα παιδιά μένουν σε μια σχέση εξάρτησης και πιθανόν δεν θα μπορέσουν ποτέ να ξεδιπλώσουν τα φτερά τους. Η μητέρα πάλι, ανακουφίζεται μέσα στην παντοδύναμη κυριαρχία της. Έχοντας τον απόγονο ως λάφυρο, αισθάνεται ότι έχει κατατροπώσει το αρσενικό, που έτσι κι αλλιώς την έχει απορρίψει. Ο μεγάλος χαμένος από αυτά τα «παιγνίδια» είναι βεβαίως το παιδί. Το βρέφος, εάν του επιτρέπαμε να αναπτυχθεί φυσιολογικά, θα έπρεπε να ολοκληρώσει σταδιακά μέσα στα τέσσερα πρώτα χρόνια της ζωής του τη διαδικασία της εξατομίκευσης.

Αυτό σημαίνει να περάσει «αναίμακτα» και με φυσικό τρόπο τη φάση του αποχωρισμού από τη μητέρα και να αρχίσει να σχηματοποιεί τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Πολλές μαμάδες όμως εξαιτίας των δικών τους κενών εμποδίζουν την υγιή ανάπτυξη των παιδιών τους. Τους μεταδίδουν (με μη λεκτικούς τρόπους συνήθως) τα δικά τους μπλοκαρίσματα. Όπως ένα παιδί φοβάται να μην το εγκαταλείψουν, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο φοβάται και η μητέρα (που έχει μείνει ουσιαστικά ανώριμη) να μην εγκαταλειφθεί από το παιδί της. Η συμβιωτική σχέση έχει στηθεί. Ο ομφάλιος λώρος είναι ξανά άθικτος και ενώνει αδυσώπητα τις δύο πλευρές, οι οποίες θα τραβούν η μια την άλλη εις αεί. Τo παιδί έχει πλέον μάθει να αξιολογεί τον (από)χωρισμό ως εγκατάλειψη και καταστροφή.

Ο πατέρας δεν είναι βέβαια άμοιρος ευθυνών σε όλη αυτή τη διαδικασία.

Δέχεται αδιαμαρτύρητα την όλη κατάσταση και αντί να επέμβει διαχωρίζει συνήθως τη θέση του. Αποτραβιέται στην άκρη και αφήνει τη γυναίκα να λάβει τις δύσκολες αποφάσεις. Η κατάσταση του είναι άλλωστε γνώριμη, αφού σε μια ίδιας δομής οικογένεια μεγάλωσε κι ο ίδιος. Ούτε αυτός έχει ενηλικιωθεί. Η βρεφική πλευρά της προσωπικότητας και των δύο συζύγων ζητά επιτακτική ικανοποίηση. Δεν υπάρχει μια ώριμη σχέση ικανή για βάθος συναισθημάτων και αληθινή κατανόηση. Στο γάμο πλέον, δεν διαπραγματεύονται δύο ενήλικες. Είναι δύο μικρά παιδιά που ζουν μαζί και διεκδικούν το ένα από το άλλο υποχρεωτική ευχαρίστηση. Το αποτέλεσμα είναι οι οικονομικές διαφορές, οι τσακωμοί και η απιστία (το 92% των αντρών απατά. Και στις γυναίκες τα ποσοστά έχουν αυξηθεί, μιλάμε σήμερα για 70%).

Θεωρητικά μιλώντας, οι γονείς αποκτούν παιδιά με αρχική πρόθεση να τους προσφέρουν επαρκή κάλυψη των υλικών και συναισθηματικών τους αναγκών. Καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν όμως, χρειάζεται να μειώνεται η φροντίδα και η προστασία τους προς αυτά, έτσι ώστε να δοκιμάσουν τα ίδια να φροντίσουν τον εαυτό τους. Για να το θέσουμε με ψυχαναλυτικούς όρους, πρέπει να αντικατασταθεί η αρχής της ηδονής (ευχαρίστησης) από την αρχή της πραγματικότητας. Δυστυχώς, ωριμότητα και προσκόλληση δεν ταιριάζουν. Τι γίνεται όμως στ’ αλήθεια; Οι γονείς περνούν στα παιδιά τους τα περίφημα «διπλά μηνύματα».

Τους δίνουν δηλαδή ταυτόχρονα δύο αντικρουόμενες οδηγίες! Μπορεί για παράδειγμα να παροτρύνουν από τη μια το παιδί να παντρευτεί και να τεκνοποιήσει και από την άλλη να σαμποτάρουν με κάθε μέσο όλες τις ερωτικές επιλογές του παιδιού. Θυμηθείτε τις ελληνικές ταινίες και την «αθάνατη» Ελληνίδα μάνα: «Εγώ πότε θα κρατήσω στα χέρια μου εγγονάκι?» και ταυτόχρονα «Δεν μπορώ να καταλάβω που πας και τις βρίσκεις όλες… η μια χειρότερη απ’ την άλλη!». Αυτό που στην ουσία επιθυμεί ν μητέρα είναι παράλογο και ανεδαφικό: θέλει ο γιός της να θέτει όρια σε όλους τους άλλους αλλά να παραμένει εξαρτημένος από την ίδια. Δε χρειάζεται σοφία για να αντιληφθούμε το ασύμβατο του πράγματος. Ένας άνθρωπος εκπαιδεύεται να είναι ή εξαρτημένος ή ανεξάρτητος. Δεν γίνεται να είναι υποταγμένος στη μαμά του, αλλά όχι στη γυναίκα με την οποία θα ζήσει μαζί.

Όταν λοιπόν ακούμε κάποιον να ξεστομίζει περήφανα τη φράση: «Είμαστε μια πολύ δεμένη οικογένεια», θα μπορούσαμε να διακρίνουμε κι ένα δεύτερο μήνυμα πίσω από αυτή.

Ίσως μια διευκρίνιση του τύπου: «Κανένας μας από αυτή την οικογένεια δεν είναι έτοιμος (ώριμος) να αποχωριστεί κανέναν». Η διευκρίνιση αυτή υποκρύπτει ταυτόχρονα και την απειλή ότι αν κάποιος τολμήσει να απομακρυνθεί από την οικογένεια, τότε θα στερηθεί την αγάπη και τη στοργή των υπολοίπων. Άρα κανείς δεν έχει στην ουσία την *άδεια* να οδεύσει προς την εξατομίκευση. Το οικογενειακό «δέσιμο» γίνεται αυτοσκοπός. Με ένα σχεδόν ιδεοψυχαναγκαστικό τρόπο, το «Εγώ» της οικογένειας αφιερώνεται στη διαιώνιση αυτής της σχέσης εξάρτησης. Δυστυχώς ένας σημαντικός αριθμός από αυτά τα άτομα έχει ή αποκτά τα στοιχεία της προσωπικότητας ενός καταθλιπτικά οργανωμένου ανθρώπου.

Σκεφτείτε τώρα μέχρι πια ηλικία μένουν οι νεοέλληνες και οι νεοελληνίδες κάτω από την πατρική στέγη. Βλέπουμε νέους ανθρώπους στην ηλικία των είκοσι πέντε, τριάντα ή κι τριάντα πέντε ετών να είναι προσκολλημένοι στη γονική εστία. Στην Ευρώπη το έχουν παρατηρήσει αυτό και μας ειρωνεύονται συνεχώς. Υπάρχουν μάλιστα ευρωπαϊκές χώρες, στις οποίες εάν στα τριάντα σου μένεις με τη μαμά σου, αυτό θεωρείται αυτόματα ψυχοπαθολογία. Στην Ελλάδα βέβαια το φαινόμενο αυτό είναι κοινωνικά αποδεκτό. Οι νέοι από τη μεριά τους υποστηρίζουν ότι είναι πρακτικοί οικονομικοί λόγοι αυτοί που τους εμποδίζουν να μετακομίσουν. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι δεν μπορούν να αναλάβουν τις ευθύνες ενός ενήλικα. Οι γονείς πάλι αισθάνονται ασφάλεια που έχουν κοντά τους και υπό τον έλεγχό τους τα παιδιά τους. Δεν διακινδυνεύουν κανέναν αποχωρισμό και δεν συνταξιοδοτούνται από τον αρχικό τους ρόλο. Έτσι διατηρούν αυτή την κατάσταση όσο περισσότερο μπορούν.

Τι γίνεται τώρα όταν έρθει η ώρα για το παιδί να δημιουργήσει τη δική του οικογένεια;

Γιατί έρχεται κάποια στιγμή (σε μια φάση έντονης αμφιθυμίας συνήθως) για όλους αυτούς τους ανώριμους άντρες και γυναίκες, που αποφασίζουν να παντρευτούν. Ο γάμος αυτός βέβαια δεν έχει τις προϋποθέσεις για να στεριώσει σωστά. Οι δύο σύζυγοι χαμένοι στα δικά τους προβλήματα είναι ανίκανοι να εδραιώσουν μια αληθινή και βαθιά συντροφική σχέση. Σύντομα αρχίζουν τα προβλήματα. Η μόνη διέξοδος που βρίσκουν τα ζευγάρια είναι η απόκτηση τέκνων. Τα παιδιά σαν από μηχανής θεοί, έρχονται να δώσουν (παροδικά) τη λύση στη λιμνασμένη και άχαρη σχέση των γονιών τους. Συμβολικά, η γέννησή τους μειώνει το άγχος του θανάτου των γονιών. Ο νέος πατέρας και η νέα μητέρα έχουν τώρα κάτι για να απασχολούνται (και μάλιστα full time) αντί να πρέπει να διαπραγματευτούν την προβληματική τους σχέση. Φυσικά τα προβλήματα δεν έχουν λυθεί, αλλά έχουν μετατεθεί στο μακρινό μέλλον.

Με την απόκτηση των παιδιών φαίνεται πλέον σε όλη της την έκταση η κακή εκπαίδευση που έχουν λάβει οι γονείς από την πρώτη τους οικογένεια. Πρώτα απ’ όλα τους είναι αδύνατο να αποκολληθούν από αυτή και να δοθούν ψυχή τε και σώματι στη νέα δική τους οικογένεια. Πολλοί δεν μπορούν καν να ξεχωρίσουν σε ποια οικογένεια πραγματικά ανήκουν. Συχνά ο/η σύντροφος φαντάζει σαν αντίπαλος (είναι ο «ξένος») και δεν υπάρχει εμπιστοσύνη παρά μόνον για την παλιά καλή οικογένεια. Το δεμένο με την παλαιά οικογένεια μέλος αποδίδει τους «δαίμονες» στη νέα του οικογένεια. Σαν τον κακοποιημένο που, μόλις βρει ευκαιρία, θα κακοποίηση και καραδοκεί να εφαρμόσει τη γνώριμη σε εκείνον συμπεριφορά. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες αγιοποιούνται. Επειδή αποπλανητικά τόσα χρόνια έχτιζαν εξαρτητική σχέση με το παιδί τους, αυτό νιώθει ότι με τον γάμο του τους πρόδωσε. Αιτία της «προδοσίας» βαφτίζεται ο/ή σύζυγος. Έτσι προκύπτουν οι γνωστές εχθρικές διαθέσεις έναντι εκείνου που τους «έκλεψε» από τη μητρική/πατρική αγκαλιά (θυμηθείτε τη σχέση νύφης – πεθεράς).

Με τη σειρά τους λοιπόν οι νέοι γονείς θα αναπαράγουν το γνώριμο σε αυτούς πρότυπο.

Θα φροντίσουν τα παιδιά τους να μην απελευθερωθούν ποτέ συναισθηματικά από αυτούς. Η νέα γενιά θα φοβάται με τη σειρά της οποιαδήποτε αποστασιοποίηση από τη γονική εστία. Τα «δεμένα πρωταρχικά τρίγωνα» θα συνεχίσουν να υπάρχουν και τα παιδιά θα εκδηλώνουν θυμό για το δήθεν βίαιο απογαλακτισμό τους. Θα προτιμούσαν να παραμείνουν αιωνίως προσκολλημένα στους γονείς τους.

Όταν έρθει η ώρα λοιπόν να αλλάξουν ρόλους και να γίνουν σύζυγοι, εραστές και γονείς οι ίδιοι, το σύστημα καταρρέει! Το μοντέλο επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά. Ανώριμοι γονείς αναθρέφουν ανώριμα παιδιά. Γενεές ολόκληρες ταλαιπωρούνται και υποφέρουν σκληρά στην Ελλάδα από αυτή την πραγματικότητα. Τώρα όμως ξέρουμε τι μας συμβαίνει. Η επιλογή είναι πλέον δική μας.

Aπόσπασμα απο το  βιβλίο του ψυχαναλυτικού θεραπευτή Τρύφωνα Ζαχαριάδη   «Ποιος εκπαιδεύει συναισθηματικά ποιον” εκδόσεις Αρμός

Πηγή : http://mikropragmata.lifo.gr/guest_posts/

Advertisements

Φωτογραφίες παιδιών στα social media

Δεν έχω τίποτα με τους ανθρώπους που επιλέγουν να ανεβάζουν φωτογραφίες των παιδιών τους στα Μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Είναι δικαίωμά τους να κάνουν ό,τι θέλουν με τα παιδιά τους. Απλά, δε συμφωνώ μαζί τους. Κατ’ αρχάς, είναι ζήτημα ασφάλειας. Όσα περισσότερα δεδομένα παρέχεις δημόσια για τα παιδιά σου, τόσο πιο ευάλωτα τα κάνεις σε μελλοντικούς […]

via Φωτογραφίες παιδιών στα social media — Manolis Andriotakis

Πόσο αγαπάμε τα παιδιά μας;

Αν κάτσει να το καλοσκεφτεί κανείς, υπάρχουν ελάχιστα πράγματα που συνδέουν αυτούς που θεωρούν τους εαυτούς τους Ελληνες. Ενα από τα κυριότερα είναι ασφαλώς η καθολική πίστη στην ύψιστη αξία της οικογένειας. Η μόνη λειτουργική μονάδα στις κοινωνίες των Ελλήνων είναι η οικογένεια. Και στο πλαίσιο της πανίσχυρης ελληνικής οικογένειας επιβιώνει πανίσχυρος ο μύθος της απέραντης, αιώνιας αγάπης των Ελλήνων γονιών για τα παιδιά τους. Αλλά γιατί την αποκαλώ μύθο; Είναι μύθος η αγάπη των Ελλήνων για τα παιδιά τους; Πολλές φορές αναρωτιέμαι.

Οταν βγαίνουν τα αποτελέσματα της PISA, που αποδεικνύουν ότι τα παιδιά των Ελλήνων παίρνουν παντού κάτω από τη βάση, όταν δημοσιεύονται φωτογραφίες από τα τριτοκοσμικά χάλια των ελληνικών πανεπιστημίων, όταν ανακοινώνονται νέα μέτρα ιδεολογικά φορτισμένου εξευτελισμού της ελληνικής εκπαίδευσης, όταν τα μισά νήπια δεν έχουν πρόσβαση σε παιδικούς σταθμούς, δεν συμφωνείτε ότι αποκαλύπτεται μια αντίφαση; Πώς συμβιβάζονται αυτά –διαχρονικά φαινόμενα που κάνουν τις ζωές των παιδιών των Ελλήνων χειρότερες– με εκείνη τη χιλιοτραγουδισμένη αγάπη; Αν αγαπάμε στ’ αλήθεια τα παιδιά μας, πώς ανεχόμαστε αυτό το χάλι; Για να μη σας πάω στο άλλο, ευρύτερο θέμα, τον κόσμο που φτιάχνουν οι γενιές μας για να ζήσουν και να μεγαλώσουν μέσα τα παιδιά μας, εν προκειμένω μια χρεοκοπημένη χώρα μέσα στη μιζέρια και την κατήφεια, κατασκευασμένη για να τα διώξει όσο γίνεται πιο μακριά. Πόσο αγαπάμε τα παιδιά μας όταν σιγά σιγά τους διαλύουμε κάθε προοπτική για μια ευτυχισμένη ζωή με κάθε μας ψήφο;

Στο θέμα της Παιδείας, ας πούμε, πού είναι οι ακτιβιστικές οργανώσεις γονιών που απαιτούν αξιολόγηση των καθηγητών στην εκπαίδευση; Πού είναι οι ευαισθητοποιημένοι γονείς που κάνουν αγώνες για πρόσβαση όλων των παιδιών στην προσχολική αγωγή; Πού είναι οι γονείς παιδιών του λυκείου, οι ίδιοι που δαπανούν χιλιάδες ευρώ σε φροντιστήρια για να μπει το παιδί στο ΑΕΙ, που διαμαρτύρονται για την άθλια ποιότητα και τις αποκρουστικές συνθήκες φοίτησης στα περισσότερα ελληνικά πανεπιστήμια; Πώς λειτουργεί αυτή η μυθική «υπερπροστατευτικότητα», τελικά; Πόσο επιλεκτική είναι;
Φυσικά, αυτές οι ερωτήσεις είναι αφελείς.

Η αγάπη ενός γονιού για το παιδί του δεν είναι ένα ορθολογικό πράγμα, ούτε μια εξιδανικευμένη στράτευση. Είναι ένα περίπλοκο συναίσθημα που περιέχει πολυάριθμες πτυχές, όχι όλες υγιείς. Εχει μέσα προβολή προσωπικών φιλοδοξιών και κόμπλεξ, τρομερό άγχος, αμφιβολία, αυτοσχεδιασμό, ανασφάλεια και όλα αυτά έρχονται να κολλήσουν στο προϋπάρχον μείγμα ασχετοσύνης, βιασύνης, ιδεοληψίας και περιορισμένης κριτικής ικανότητας που υπάρχει μέσα στον κάθε ένα από εμάς (σε διαφορετικές δοσολογίες, προφανώς).

Φανταστείτε κάποιον ψύχραιμο, ανεξάρτητο παρατηρητή που παρακολουθεί έναν Ελληνα γονιό καθώς παρκάρει παράνομα στο πεζοδρόμιο έξω από το σχολείο, μπουκάρει έξαλλος και διαμαρτύρεται στον καθηγητή επειδή έβαλε κακό βαθμό στο παιδάκι του. Δεν το αγαπάει το παιδάκι του αυτός ο γονιός; Και βέβαια το αγαπάει, με τον ιδιαίτερο, σχεδόν παθολογικό ορισμό της λέξης. Απλά είναι ανίκανος να συνδέσει το αίτιο με το αιτιατό, κάτι που πιθανότατα του συμβαίνει και σε άλλες εκφάνσεις της καθημερινής του συμπεριφοράς. Δεν μπορεί να καταλάβει το ότι αν κάνει κάτι, τότε κάτι άλλο θα συμβεί. Το ότι οι πράξεις έχουν συνέπειες. Αυτό εξηγεί πολλά πράγματα στη ζωή μας, τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, τον Κίμωνα Κουλούρη, τα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία, τον Μιχάλη Λιάπη, το 61% στο δημοψήφισμα του ’15, τη φονική πλημμύρα στη Μάνδρα και, φυσικά, την ανεπαρκή ωρίμανση αλλεπάλληλων γενεών Ελλήνων που αναπαράγουν τα ίδια λάθη, πάντα σπεύδοντας να επικαλεστούν τις φυσιολογικές εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα, για να αμφισβητήσουν το ότι υπάρχει πρόβλημα (και άρα και αυτό το άρθρο) και για να καθησυχάσουν την επίμονη, οδυνηρή αμφιβολία στο πίσω πίσω μέρος του μυαλού, ότι ίσως και να μην ξέρουμε τι μας γίνεται κι ότι ενδέχεται την ασχετοσύνη μας αυτή να την κληροδοτούμε στα παιδιά μας, αμπαλαρισμένη και καμουφλαρισμένη με τη μορφή της απέραντης, αιώνιας, ασφυκτικής αγάπης.

Από : Πόσο αγαπάμε τα παιδιά μας;

ΜΩΡΗ ΙΛΑΡΑ, ΤΡΑΒΑ ΠΛΥΝΕ ΚΑΝΑ ΠΙΑΤΟ

Δικό μου είναι το παιδί, ό,τι θέλω το κάνω. Τέρμα. Κουβέντα δεν σηκώνω. Αμα ξυπνάω στραβά το μαλώνω, άμα έχω νεύρα το πλακώνω. To ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο έλεγε ο μακαρίτης ο πατέρας μου. Μαύρο μ’ έκανε με τη λουρίδα και μια χαρά άνθρωπος βγήκα, τι λέμε τώρα. Και κάτι αδερφίστικα δυσλεξίες, κάτι μαθησιακά του κώλου εμείς τότε δεν τα είχαμε. Τότε ο ανορθόγραφος ήταν βλάκας, ο αδιάβαστος τεμπελόσκυλο κι ο υπερκινητικός σκατόπαιδο. Απλά πράγματα.
Ετσι μεγαλώναμε, έτσι προκόψαμε. Αν δεν σε ξεφτιλίσει ο δάσκαλος μπροστά σ’ όλα τα παιδιά, πώς θα μάθεις γράμματα ρέεεειιι; Αν δεν βγάλει τη βίτσα να σου λιανίσει τα δάχτυλα, ξύλο απελέκητο θα μείνεις.
Ετσι τα βρήκαμε, έτσι τα μάθαμε, εμείς θα τ’ αλλάξουμε; Μπουνιές, κλωτσιές, νηστεία και προσευχή. Μ’ αυτό τον τρόπο γονείς και δάσκαλοι μας μεταλαμπάδευσαν τις μεγάλες αρχές του Ελληνισμού. Και γίναμε ωραίοι και γίναμε νοικοκυραίοι και γίναμε αθρώποι, μην τα θυμάμαι, μαλάκα μου, ωραία χρόνια, αξέχαστα.

Το παιδί είναι δικό μου, ρέεειιι. Δι-κο-μου. Κτήμα μου. Ιδιοκτησία μου. Δεν θα μου πεις εσύ πώς θα το μεγαλώσω. Μάθαμε τώρα, εκπαιδευτικοί, κράτος, παιδοψυχολόγοι, παιδοψυχίατροι, όλοι κάνουν τον δερβέναγα στα ξένα κουμάντα.
Ηρθα εγώ, ρε γίδι, να σου πω πώς θα μεγαλώσεις το δικό σου το παιδί; Μπήκα εγώ σπίτι σου να σου πω μην καπνίζεις μπροστά του; Που θα με βγάλεις εμένα όξω να ξεροσταλιάζω στα μπαλκόνια. Λες και πάθαμε τίποτα εμείς που ο πατέρας μες στη μούρη μας τον ξεφύσαγε τον καπνό. Σε σπίτια ντουμάνια μεγαλώσαμε ρέεειιι. Γι’ αυτό γίναμε άντρες κι όχι φλώροι.
Δικό μου είναι το παιδί, ό,τι θέλω το κάνω. Αν θα το εμβολιάσω ή όχι, δικιά μου δουλειά. Δικιά μου η ιλαρά-τραγωδία. Κι αν πάει σχολείο και κολλήσει ιλαρά τ’ άλλα παιδάκια, τι να πω, τόσο στόκοι είναι οι γονείς τους και δεν τα εμβολιάζουνε;
Αλλο εγώ. Εμείς στο σόι μας είμαστε θεριά, πιάνουμε την πέτρα και τη στύβουμε, καταπίνουμε βίδες για κολατσό. Το δικό μου το παιδί έχει κράση σίδερο, ίδιος ο πάππους που στα πανηγύρια μάσαγε τις κιγκαλερίες και τις έφτυνε. Σιγά μην πάθει ιλαρά τού Γαρδούμπακα τ’ αγγόνι, τι είναι ρε ο γιος μου, καμιά αδελφούλα, καμιά εμπριμέ με τα ουράνια τα τόξα, ουστ να μου χαθούν. Δεν κωλώνουμε εμείς, είμαστε Ελληνες, Ελληνες ρέεεειιι, εμείς διώξαμε τον Δράμαλη απ’ τα Δερβενάκια ρέεεειιι, χέσε με, ρε ιλαρά, τράβα πλύνε κάνα πιάτο.
Ε μα πια, κάποιος πρέπει να σας την πει γιατί μας τα πρήξατε κανονικά. Να μη δέρνω, να μην καπνίζω, να μη βρίζω, να μην οδηγώ πιωμένος. Αν δεν οδηγήσω πιωμένος, πώς θα γυρίζω σπίτι μου απ’ την Πάολα ρεεειιι; Τι λε, ρε γίδι, που θα μου στερήσεις εσύ εμένα όλες τις μικρόχαρες της ζωής – ξύλο, τσιγάρο και πιοτί;

Είναι η γυναίκα ΜΟΥ, το παιδί ΜΟΥ, το σκυλί ΜΟΥ, το σπίτι ΜΟΥ. Και στο σπίτι ΜΟΥ κάνω κουμάντο εγώ. Αφού δεν μπορώ να κάνω στη δουλειά. Με βρίζουν και τους λέω ψιχαλίζει. Ο πρόεδρος ξεσπάει στον διευθυντή, ο διευθυντής στον προϊστάμενο, ο προϊστάμενος στον υπάλληλο, ο υπάλληλος στον κλητήρα, ο κλητήρας στο παιδί του και το παιδί του στον σκύλο. Ετσι τα βρήκαμε, εμείς θα τ’ αλλάξουμε;
Και μη με παρεξηγάς, φίλε. Δεν είμαι κακός άθρωπος. Αν το παιδί μου πάθει ιλαρά, γονιός είμαι, το πονάω, δεν θα τ’ αφήσω έτσι. Με τα πρώτα συμπτώματα αμέσως θα τρέξω να προσκυνήσω την Αγία Παντόφλα.

Πηγή : ΜΩΡΗ ΙΛΑΡΑ, ΤΡΑΒΑ ΠΛΥΝΕ ΚΑΝΑ ΠΙΑΤΟ

Οδηγός μη ενηλικίωσης σε οκτώ βήματα

Να απαιτείς από τους γονείς σου να καλύψουν τα έξοδα των σπουδών σου. Συμπεριλαμβάνονται τα έξοδα του πτυχίου ή και του μεταπτυχιακού σου. Προσπάθησε να καθυστερήσεις όσο μπορείς τις σπουδές σου αποκτώντας τον τίτλο του «αιώνιου φοιτητή».

Απαίτησε από τους γονείς σου να σου καλύψουν τις οικονομικές σου υποχρεώσεις χρησιμοποιώντας φράσεις όπως: «Εγώ δεν ζήτησα να γεννηθώ» ή «Γονιός μου είσαι άρα είσαι υποχρεωμένος» ή ακόμα μπορείς να εντάξεις την τρέχουσα οικονομική – κοινωνική και πολιτική κατάσταση στα επιχειρήματα σου: «Όταν τα έτρωγε η γενιά σου στα μπουζούκια ήταν καλά;» Αν τα παραπάνω δεν πιάσουν, βρες το ευάλωτο μέρος της οικογένειας και χρησιμοποίησε  την ενοχή  και τον χειρισμό για να κερδίσεις αυτά που θες. Εννοείται ότι δεν πρέπει καν να σκεφτείς να φύγεις από την πατρική εστία πριν περάσουν τουλάχιστον τρεις δεκαετίες από τότε που γεννήθηκες.  Μην μετακομίσεις πάνω από 5 χιλιόμετρα μακριά από τους γονείς σου. Υπάρχει κίνδυνος το φαγητό στο ταπερ να φτάσει κρύο.
Αν αποφασίσεις να  συγκατοικήσεις ή να παντρευτείς να το κάνεις βασισμένος/η στα οικονομικά των γονιών σου και αν αποφασίσεις να κάνεις παιδί να έχεις εξασφαλίσει γραπτή συναίνεση ότι οι γονείς θα αναλάβουν το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης του παιδιού σου (είτε οικονομικά είτε με το να σου το κρατούν τις ώρες που εσύ θα λείπεις). Σαν αντάλλαγμα μπορείς να το βαπτίσεις με ένα όνομα που  δεν θες.

Φρόντισε όλες οι ανάγκες σου για φιλίες, χόμπι και επαγγελματικές δραστηριότητες να καλύπτονται μέσα από την κοντινή ή  ευρύτερη οικογένεια.

Μην αναλαμβάνεις καμία ευθύνη

Ειδικά αυτές που αφορούν τον εαυτό σου όπως για παράδειγμα το να πηγαίνεις στο γιατρό να στρώνεις το κρεβάτι σου ή να πλένεις τα ρούχα σου. Μην πιάσεις δουλειά ακόμα και όταν σου δίνεται η ευκαιρία. Υποτίμησε δουλειές που αποφέρουν χρήματα ως κατώτερες των ικανοτήτων σου.

Να απαιτείς από τους άλλους να σε βοηθούν, να σε φροντίζουν και να σε κανακεύουν και να τους γεμίζεις ενοχές κάθε φορά που αποτυγχάνουν σε αυτό. Μη βγάζεις βόλτα το κατοικίδιο σου. Μην έχεις επαφή με τα οικονομικά σου και ξόδεψε περισσότερα απ΄όσα κερδίζεις ή σου δίνουν χαρτζιλίκι.  Μην εμπλέκεσαι με τα κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα. Απέφυγε να ψηφίζεις και μην προσφέρεις εθελοντικά τον χρόνο σου πουθενά. Αυτά είναι μόνο για τα κορόιδα.

Μην παίρνεις ρίσκα

Προσπάθησε πάση θυσία να κρατήσεις σταθερά και αναλλοίωτα τα πράγματα όπως είναι στη ζωή σου αυτήν την στιγμή. Δεν έχει σημασία αν δεν σου αρέσουν. Σημασία έχει να τα κρατήσεις ίδια γιατί αλλιώς μπορεί να γίνουν χειρότερα.

Μην ξεκινάς νέα πράγματα, ούτε να δοκιμάζεις καινούριες γεύσεις, ούτε να κάνεις νέες φιλίες. Μη διαβάζεις νέα βιβλία και εννοείται ότι δεν προτείνεται να πηγαίνεις σε νέα μέρη. Αν για παράδειγμα πίνεις φραπέ γλυκό με γάλα μην – επαναλαμβάνω – μην δοκιμάσεις ποτέ τίποτε άλλο. Κάθε φορά που κάποιος από το περιβάλλον σου αλλάζει σε κάτι όπως για παράδειγμα τα γούστα στη μουσική ή προτείνει να δοκιμάσετε κάτι νέο κοίταξε να τον απομακρύνεις διακριτικά γιατί είναι επικίνδυνος για το κλειστό σύστημα σου. Αν αυτός ο κάποιος είναι το παιδί σου, φόρτωσε το με ενοχές λέγοντας κάτι σαν: «Τι, δεν θα αναλάβεις την επιχείρηση του πατέρα σου; Εμείς,  που τρεις γενιές στην οικογένεια , πάππου προς πάππου κάναμε όνομα για να το βρεις έτοιμο , μην παιδευτείς και συ το πετάς;»  Αν είναι ο/η σύντροφός σου παίξε το χαρτί: «Εγώ που θυσίασα τα νιάτα μου»  ή αν δεν είναι του στυλ σου πες κάτι σαν  «Εντάξει κάνε ότι νομίζεις» συνοδεύοντας τη φράση με όσο το δυνατόν πιο ψυχρό τόνο στη φωνή σου. Να επαναλαμβάνεις συχνά και με διάφορους τρόπους ότι η αλλαγή και η διαφορετικότητα δεν είναι ανεκτές.

Απέφυγε να αντιμετωπίζεις τις απώλειες της ζωής σου

Υιοθέτησε μια πρακτική που να σε κάνει να μην βιώνεις τα συναισθήματα που συνοδεύουν μια απώλεια. Μπορείς να χρησιμοποιήσεις αλκοόλ ή ναρκωτικές ουσίες, μπορείς να τρως ασταμάτητα ή να εργάζεσαι χωρίς διάλλειμα. Μη δίνεις σημασία στις απώλειες και προσπάθησε πάντα να εκλογικεύεις με φράσεις όπως: «Τα καλύτερα έρχονται», «Έλα μωρέ σιγά τι έγινε τώρα;», «Μεγάλος άνθρωπος ήταν, ξεκουράστηκε». Μη ζητάς βοήθεια και προσπάθησε να φέρεις εις πέρας μόνος / μόνη σου τις απώλειες που περνάς ακόμα και αν αρρωστήσεις. Μην αφήνεις τους άλλους να πενθούν και να χαλούν το όμορφο κλίμα. Ζήτα τους «να συνέλθουν και να σοβαρευτούν».  Μην κλάψεις και άσκησε λογοκρισία σε όποιον το κάνει. Τα δάκρυα όχι μόνο είναι σημάδι αδυναμίας αλλά όταν κλαίμε κουράζουμε και τους άλλους γύρω μας. Μην αφήνεις τα συναισθήματα σου να φανούν και παίξε το ρόλο του δυνατού/δυνατής για «χάρη των άλλων».

Μην μένεις ποτέ μόνος/μόνη.

Ζήσε σύμφωνα με το ρητό που λέει: «Καλύτερα μια κακή σχέση απ ΄το καθόλου σχέση».  Μη μένεις καθόλου μόνος/η και  απέφυγε να σκέφτεσαι. Να μιλάς συνεχόμενα και ακατάπαυστα. Αν κουραστείς απαίτησε από όποιον βρίσκεται γύρω σου να αρχίσει να μιλά εκείνος και αν δεν το κάνει κάνε καυγά για αυτό.  Να βιώνεις τη μοναξιά και τη σιωπή σαν κάτι απειλητικό και να  το αποφεύγεις όσο μπορείς ανταλλάσοντας την παρέα κάποιου ανθρώπου ακόμα και με την ψυχική σου γαλήνη αν χρειαστεί. Άσε τους άλλους να παίρνουν αποφάσεις για σένα και μετά να τους κατηγορείς για τα αποτελέσματα.

Μην αναζητάς το νόημα της ζωής σου. Μην σκέφτεσαι πάνω σε έννοιες όπως ευθύνη, ελευθερία, μοναξιά και νόημα γιατί μπορεί να προβληματιστείς και αυτό δεν το θέλουμε.

Να παραμένεις στη σκιά

Μην κάνεις δραστηριότητες οι οποίες σου χτίζουν αυτοεκτίμηση. Είναι  γνωστό σε όλους ότι  κάτι τέτοιο οδηγεί τους ανθρώπους σε έπαρση και άκρατο εγωισμό.  Μην λες για τον εαυτό σου ότι είσαι καλός/καλή σε κάτι. Αυτά δεν πρέπει να τα λέμε εμείς πρέπει να  τα λένε οι άλλοι. Αν δεν τα πουν πάει να πει ότι πρέπει να προσπαθήσουμε τουλάχιστον μέχρι εξαντλήσεως για να λάβουμε τα «μπράβο»  τους και την αποδοχή τους. Μην αντιμετωπίζεις προκλήσεις και μην ζητά κοινωνική αναγνώριση.  Τέλος, μη λες σε κανένα τι καλό κάνεις γιατί με αυτό τον τρόπο το επιδεικνύεις και χάνει την αξία του.

Απέφυγε τις συγκρούσεις

Να διατηρείς σχέσεις μέσα στις οποίες θα αποφεύγονται οι ανοιχτές συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις. Να διαλέγεις ανθρώπους με τους οποίους θα μπορείς άνετα να κρατάς μούτρα (για τουλάχιστον τρεις ώρες και πάνω), θα υιοθετείς την πρακτική της τιμωρητικής σιωπής και της παγωμάρας μέσα στο χώρο. Μην κάνεις δεκτή τη συγγνώμη και φυσικά μην πέσεις εσύ από το επίπεδο σου λέγοντας εσύ μία. Μην βάζεις όρια και μη δέχεσαι όρια από τους άλλους.

Η αγάπη και οι σχέσεις σημαίνουν θυσία

Η αγάπη είναι η ολοκληρωτική εμπλοκή στη ζωή του άλλου. Για να αποδείξουμε την αγάπη μας πρέπει να μπορούμε να αναπνέουμε με μια ανάσα, αλλιώς δεν μετράει. Οι καλές σχέσεις ως γνωστόν,  δεν θέλουν κόπο και προσπάθεια , γίνονται στο άψε σβήσε.

Βάφτισε «σχέση» το σεξ που έκανες χθες με έναν/μία άγνωστο και δημιούργησε του την εντύπωση ότι κάνει κάτι ανήθικο αν δεν ανταποκριθεί στις προσδοκίες σου. Χρησιμοποίησε φράσεις όπως : «Οι άντρες δεν κάνουν έτσι» ή «Όλα τα γουρούνια έχουν την ίδια μούρη» και «Οι σωστές γυναίκες φαίνονται με τη μία» ή «Γίνε πρώτα εσύ θηλυκό και μετά θα σε βρει και το αρσενικό».

Θυσίασε ότι αγαπάς και σου αρέσει στον εαυτό σου για να μπορέσεις να κάνεις τη σχέση που ονειρεύεσαι. Αφού το κάνεις αυτό ζήτα και από τον άλλο να θυσιάσει κομμάτια του εαυτού του για να σου αποδείξει την αγάπη του για σένα. Αν χωρίσεις – μην το κάνεις ολοκληρωτικά. Κράτα επαφές με τους/τις πρώην σου. Κάνε σεξ μαζί τους και προσπάθησε εκ νέου να κάνεις σχέση. Αν αυτό αποτύχει επανέλαβε τα παραπάνω βήματα ξανά.

Είσαι έτοιμος/η!  Συγχαρητήρια!  Μπορείς να παραμείνεις παιδί για όσα χρόνια θες.

Το μόνο που δεν μπορείς είναι να απολαύσεις τη ζωή με τον τρόπο που τη ζουν και την απολαμβάνουν  οι πραγματικά ενήλικοι άνθρωποι. Μπορείς να τους αναγνωρίσεις επειδή πατάνε γερά στα πόδια τους, γελάνε δυνατά και κλαίνε με λυγμούς όταν χρειάζεται. Μπορείς να τους ξεχωρίσεις γιατί ενώ είναι πρόσχαροι και ευγενικοί δεν διστάζουν να βάλουν όρια και για αυτό αισθάνεσαι ασφάλεια δίπλα τους. Παρατηρείς ότι οι σχέσεις τους έχουν διάρκεια στο χρόνο και ότι τα μέλη μεταξύ τους κάνουν διαφορετικά πράγματα. Θα τους βρεις να ασχολούνται με τα κοινά και θα είναι ενήμεροι χωρίς όμως να τους πνίγει ο φόβος, το άγχος και η μιζέρια  για την πραγματικότητα.  Μπορεί επίσης να τους θαυμάζεις γιατί ακούς όλα αυτά που έχουν κάνει και ένα σου κομμάτι μπορεί να τους ζηλεύει. Με την καλή έννοια. Να θες αυτό που έχουν. Και ξέρεις κάτι;

Γίνεται. Αρκεί να το θελήσεις.

Σημαντική σημείωση:

Οι παραπάνω κατευθυντήριες γραμμές για την μη ενηλικίωση, προσπαθούν  μέσα από το χιούμορ να αναδείξουν ένα υπαρκτό πρόβλημα το οποίο μοιράζονται με ανησυχία πολλοί  επαγγελματίες στο χώρο της ψυχικής υγείας. Την άρνηση πολλών ανθρώπων,  να ενηλικιωθούν.

Η άρνηση αυτή, κοστίζει τόσο στο ίδιο το άτομο όσο και στην κοινωνία. Οι νέοι άνθρωποι λαμβάνουν ένα  επικίνδυνο μήνυμα: «Μη μεγαλώσεις, μείνε για πάντα – αν όχι παιδί, έφηβος. Απόλαυσε, ζήσε, μη δίνεις σημασία στις συνέπειες.»  Αυτό φυσικά είναι μια φαντασίωση καθώς ο κύκλος της ζωής μας έχει αρχή, μέση και τέλος και κάθε ηλικία έχει τα δικά της δώρα αλλά και τους δικούς της περιορισμούς. Η άρνηση της ενηλικίωσης ισοδυναμεί τελικά, με άρνηση της ίδιας της ζωής.

Η ενηλικίωση δεν μπορεί αλλά ούτε και πρέπει να συνδέεται μόνο με ευθύνες, προβλήματα και σοβαροφάνεια αλλά να περιγράφεται όπως πραγματικά είναι: «Μια διαδικασία πλούσια σε προκλήσεις , σε δημιουργία σημαντικών σχέσεων και άρα ως αποτέλεσμα μια διαδικασία εξέλιξης του εαυτού. Μια διαδικασία πλούσια σε συναισθήματα. Σε χαρές και λύπες. Σε συγκρούσεις και οριοθέτηση. Σε ουσιαστικές σχέσεις και εμπειρίες

©Νάνσυ Ψημενάτου

Πηγή : Οδηγός μη ενηλικίωσης σε οκτώ βήματα

Δεν μπορώ να μιλήσω τώρα, έχω να διαβάσω τον μικρό

Οι άνθρωποι που κατοικούμε αυτόν τον ευλογημένο τόπο έχουμε, νομίζω, μαγικές, υπεράνθρωπες δυνάμεις. Τα ξέρουμε όλα. Ή λίγο από όλα, ή όλα από λίγο, ή τέλος πάντων μας είναι αδύνατον να συμφιλιωθούμε με την άγνοιά μας ή να αντιληφθούμε τη σκοπιμότητα αυτής.

Αυτό το –αρκετά ελληνικό– χαρακτηριστικό που ορθώνεται σθεναρά σε όσα ο έρμος ο Σωκράτης διακήρυττε κάποτε (ξέρετε, εν οίδα ότι ουδέν οίδα), μεγεθύνεται, για να μην μπω γιγαντώνεται, όταν γινόμαστε γονείς. Τότε είναι που πραγματικά και αδιαμφισβήτητα τα ξέρουμε ΟΛΑ. Προφανώς γιατί τότε είναι που γεννιέται από εμάς ένα πλάσμα που δεν ξέρει ΤΙΠΟΤΑ.

Οι μαμάδες γινόμαστε παιδίατροι, σύμβουλοι θηλασμού, ψυχολόγοι. Πόσες φορές δεν έχουμε κουνήσει το δάχτυλο σε φίλες μαμάδες εκστομίζοντας συμβουλές με ύφος απόφοιτου Παιδιατρικής. Πόσες φορές δεν έχουμε φιλτράρει κατά το δοκούν οδηγίες του παιδιάτρου.

Έχουν και οι μπαμπάδες αγαπημένο ρόλο. Γίνονται προπονητές. Θέλω να πω, ενώ αρχικά εμπιστεύονται τα παιδιά τους στα χέρια ενός προπονητή, αγαπούν τελικά να ωρύονται στις κερκίδες στον πεντάχρονο γιο τους που δεν κατάλαβε ότι ήταν οφσάιντ ή που δεν σηκώθηκε για το ριμπάουντ.

Και μέχρις εδώ καλά, η προσπάθειά μας να αναπαράγουμε το είδος μας ως φωτεινοί παντογνώστες πάει περίφημα.

Και έρχεται η στιγμή που αποφασίζουμε να κάνουμε ΚΑΙ τον δάσκαλο. Η ιδιότητά μας αυτή δεν περιορίζεται στο να λύσουμε μια απορία– όχι. Συνεχίζεται με την ακόρεστη και ακαταμάχητη επιθυμία να ανοίγουμε τα τετράδια των παιδιών μας όταν γυρίζουν από το σχολείο, να θρονιαζόμαστε σαν κέρβεροι δίπλα τους την ώρα της μελέτης, «δεν μπορώ να μιλήσω τώρα, έχω να διαβάσω τον μικρό» και σβήσ’ το, δεν το έχεις γράψει καλά και δεν έβαλες τόνο, και κάνε και αυτές τις δύο ασκήσεις που κατέβασα από το ίντερνετ, τίποτα δεν σας βάζει αυτή…

Στον αντίποδα, η μεγαλύτερη ένωση γονέων και κηδεμόνων της Ισπανίας αποφάσισε να μην κάνει τον δάσκαλο, αφού οι γονείς διαπίστωσαν ότι το φορτίο σχολικής μελέτης δεν ήταν τελικά ανάλογο με τις επιδόσεις των μαθητών σε σύγκριση με τους ξένους συνομηλίκους τους. Εμάς –ή τους περισσότερους από εμάς– τους Έλληνες γονείς μάς διακατέχει ένα συναίσθημα απόλυτης ικανοποίησης (θεωρώ πως έχει μαζοχιστικές ψυχαναλυτικά προεκτάσεις – δεν μπορεί), όταν η σάκα του παιδιού μας επιστρέφει πλήρης εργασιών για το σπίτι.

Και τελικά με την επιστροφή του παιδιού μας στο σπίτι από το σχολείο χτυπά άλλο ένα κουδούνι.

Δεν ξέρω αν τελικά η επιθυμία μας να το παίζουμε τόσο δάσκαλοι –σε αντίθεση με τους Ισπανούς γονείς– προκύπτει από την αδυναμία μας να εμπιστευτούμε το ταλαιπωρημένο εκπαιδευτικό μας σύστημα, ή την επιλογή του διδακτικού προσωπικού και την απουσία αξιολόγησης. Αυτή όμως η οικιακή εσωστρέφεια της μελέτης δεν οδηγεί πουθενά, το αισθάνομαι και το γράφω για να το διαβάσω εγώ που είμαι μαμά 3 μαθητών, τώρα η ώρα είναι 3 μ.μ. και δεν μπορώ να γράψω άλλο, γιατί πρέπει να πάω να τους «διαβάσω».

Πηγή : ΕΧΩ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΩ ΤΟΝ ΜΙΚΡΟ…

 

Μεγαλώνουμε παιδιά με «δυσανεξία» στην αληθινή ζωή

 

Σε αυτή τη χώρα της καθολικής καταβαράθρωσης οι περισσότεροι γονείς εξακολουθούν να αρνούνται το δικαίωμα του παιδιού τους στην αποτυχία. Δεν είναι τυχαίο ότι στον τόπο των αρνητικών ρεκόρ, η παιδική ηλικία θυμίζει ακόμη αγώνα δρόμου για την ψυχαναγκαστική τελειότητα. Η βαλλόμενη πανταχόθεν ελληνική οικογένεια επιμένει σχεδόν εμμονικά να λειτουργεί σαν εταιρεία, εστιάζοντας κυρίως στον τομέα της παραγωγικότητας και των ικανοτήτων (π.χ. Proficiency στην Α Γυμνασίου). Αποστολή της εταιρείας είναι να παράξει τέλεια παιδιά.girl-pic

Οι καθαρά μη γνωστικές δεξιότητες, όπως η περιέργεια, το περίφημο «grit» (ψυχικό σθένος), η επιμονή, ο αυτοέλεγχος, η αυτοπεποίθηση και η αποφασιστικότητα αποδεικνύονται πολύ καλύτερη συνταγή επιβίωσης.

Η αποστέρηση του δικαιώματος στην αποτυχία συμβαδίζει ασφαλώς με την εξ απαλών ονύχων προστασία από τη δυστυχία. Τα τέλεια παιδιά καλούνται να ζήσουν μια τέλεια ζωή, προστατευμένα ακόμη και από τη σπαρακτική πραγματικότητα. Οι εγχώριοι γονείς είναι πεπεισμένοι πως, ό,τι και να συμβαίνει, τα δικά τους παιδιά πρέπει να μεγαλώσουν μέσα σε έναν κόσμο χωρίς προβλήματα, ρωγμές, ματαιώσεις. Να μπουσουλούν στο διηνεκές μέσα σε ένα αχανές playroom με σουηδικά ξύλινα παιχνίδια, σπιτικά cupcakes που μόλις βγήκαν από τον φούρνο, μια παντελώς ανέφελη οικογενειακή ζωή και παραμύθια με happy endings. Οι άλλοι είναι πάντοτε εκείνοι που συνθλίβονται, αποτυγχάνουν, στραπατσάρονται, τρώνε τα μούτρα τους.

Ακόμη και σε αυτήν την Ελλάδα του 2017 (με τα ρεκόρ ανεργίας και κατάθλιψης), τα παιδιά δεν πρέπει επ’ ουδενί λόγω να εκτεθούν στην ευθραυστότητα της ανθρώπινης ζωής. Δεν πρέπει π.χ. να μάθουν ότι η δασκάλα της μουσικής λείπει κάθε Παρασκευή γιατί υποβάλλεται σε χημειοθεραπείες, ότι η αδελφή του μπαμπά δεν μπορεί να κάνει δικά της παιδιά και υιοθέτησε ένα κοριτσάκι, ότι ο γάμος του θείου κατέληξε σε ένα επώδυνο διαζύγιο, ότι το αγοράκι στην απέναντι πολυκατοικία έχει «ειδικές ανάγκες», ότι ο μπαμπάς έχει μήνες να πληρωθεί κ.ο.κ.

Οπως έγραφε προ καιρού ο δημοσιογράφος Τιμ Λοτ στη βρετανική εφημερίδα «The Guardian»: «Είναι μια πεποίθηση που ενσταλάζουμε στα παιδιά, η άποψη ότι αν δεν είσαι ευτυχισμένος είσαι αποτυχημένος. Και αυτή η άποψη, τόσο αναπόσπαστο πλέον κομμάτι του «πνεύματος του καιρού μας» που σχεδόν δεν την παρατηρούμε, είναι από τους βασικούς λόγους για τους οποίους δυσκολευόμαστε να είμαστε ευτυχείς: υποθέτουμε ότι όλοι οι άλλοι είναι και ότι εμείς δεν είμαστε. Είναι ψέμα. Ως παιδί έχεις κι εσύ δικαίωμα να είσαι δυστυχισμένο».

girls-picΕξυπακούεται ότι δεν είναι μόνο τα παιδιά που δυσκολεύονται να συμφιλιωθούν με τη «δυστυχία». Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι οι γονείς παραμένουν η δημογραφική ομάδα με τη μεγαλύτερη δυσανεξία στην «αληθινή ζωή». Δυσκολεύονται, μεταξύ άλλων, να συμφιλιωθούν με τις δυσκολίες της γονεϊκότητας, τις ανεπάρκειές τους και βέβαια, πάνω απ’ όλα, με τα – ατελή – παιδιά τους.

Σε πείσμα της ελληνικής πραγματικότητας, ψυχολόγοι και νευροεπιστήμονες υπενθυμίζουν ξανά και ξανά ότι αυτό που τελικά παίζει καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη ενός παιδιού δεν είναι το πόσο συντονισμένα και αποτελεσματικά συσσωρεύουμε στον εγκέφαλό του πληροφορίες στα πρώτα χρόνια της ζωής του. Η γνώση χρειάζεται, αλλά πιο ζωτική είναι η γνώση της ζωής.

Γι’ αυτό και καθαρά μη γνωστικές δεξιότητες, όπως η περιέργεια, το περίφημο «grit» (ψυχικό σθένος), η επιμονή, ο αυτοέλεγχος, η αυτοπεποίθηση και η αποφασιστικότητα αποδεικνύονται πολύ καλύτερη συνταγή επιβίωσης. Διότι αυτά τα συστατικά έχουν να κάνουν με τη δυνατότητα του παιδιού να αντεπεξέλθει σε όλα αυτά που θα βρεθούν αναπόφευκτα στον δρόμο του. Ίσως μάλιστα τα «λιγότερο καλά» να αποδειχτούν πιο χρήσιμα.

Αλλως ειπείν, ο χαρακτήρας του παιδιού δομείται τελικά επάνω σε αυτό που η δυτική κοινωνία των γρανιτένιων success stories τρέμει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο: το λάθος.

Πάλι καλά που τα παιδιά το γνωρίζουν ενστικτωδώς (από την πρώτη εκείνη τούμπα που «τρώνε» μόλις κάνουν τα πρώτα τους βήματα). Μένει στους γονείς να αφουγκραστούν αισίως τη μελωδία της αποτυχίας. Να αντιληφθούν ότι η παιδική ηλικία δεν είναι ο Κήπος της Εδέμ αλλά ένα φυτώριο απογοητεύσεων, σφαλμάτων, αποδοκιμασιών και ματαιώσεων.

Όπως παροτρύνει ο Σάμιουελ Μπέκετ: «Προσπάθησε ξανά. Απότυχε ξανά. Απότυχε καλύτερα».

Από το Ανθολόγιον