Στο ίδιο απογοητευτικό έργο

Σε μια χώρα γεμάτη παράδοξα, είναι από τα highlight το εξής. Παραμελούμε 365 μέρες το χρόνο την ίδια την κοινωνία για την οποία επιδεικνύουμε όψιμο και βραχύ ενδιαφέρον στα λόγια και στα συναισθήματα όταν συμβεί κάποιο βαρύ γεγονός. Η αλήθεια που κάποτε πρέπει να αντικρύσουμε με εντιμότητα είναι ότι στην καθημερινή μας ζωή τίποτα (ή σχεδόν για κάποιους) από αυτά που κάνουμε δε θέτει ως προτεραιότητα το καλό της κοινωνίας, αλλά το ατομικό «καλό». Αυτά τα δύο είναι αποσυνδεδεμένα στον εγκέφαλό μας.

Το κράτος που κατηγορούμε είμαστε εμείς. Κάποτε πρέπει να αρχίσουμε να μαθαίνουμε από την εμπειρία ως σύνολο και όχι μόνο ως άτομα.

Πλημμύρες.

Φωτιές.

Απορρίμματα.

Αυθαίρετη δόμηση.

Ρύπανση περιβάλλοντος.

Τροχαία.

Νοσοκομεία.

Σχολεία.

Πανεπιστήμια.

Γήπεδα.

Δικαστήρια.

Αστυνόμευση.

Εργασία.

Και πολλά άλλα.

Τι να λέμε ξανά. Για τη μικροπολιτική σκοπιμότητα? Για τα τεράστια οικονομικά συμφέροντα που πάντα επικρατούν? Έχουν ειπωθεί. Ε και?

Ακόμη μια μεγάλη τραγωδία συνέβη και δεν υπάρχει χώρος για αναλύσεις αυτή τη στιγμή. Στον όψιμο ανθρωπισμό και στη συναισθηματική σύμπλευση την ώρα της κρίσης είμαστε πάντα διακριθέντες. Η ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΟΔΥΝΗΣ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ ΔΕ ΛΥΝΕΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΚΑΠΟΤΕ ΑΝΤΙΛΗΠΤΟ. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΘΑ ΛΥΘΕΙ ΜΕ ΕΝΑΣΧΟΛΗΣΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ & ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ.

Αναρωτιέμαι πώς νιώθουν οι πληγέντες και οι χαροκαμένοι και αν οι αμέτρητες εκδηλώσεις συμπαράστασης που κυκλοφορούν έχουν την οποιαδήποτε επίδραση πάνω τους.. Καθηλωτικό σοκ. Βαριά θλίψη. Πηγαίος θυμός για το τι θα μπορούσε να γίνει προς αποφυγή της απώλειας. Οι περισσότεροι θα ξεπεράσουν τα τραύματά τους με το πέρας του χρόνου, όμως αυτό που καταγράφεται στον ψυχισμό δε νομίζω ότι μπορεί να περιγραφεί επαρκώς με λόγια. Είναι εν μέρει ΑΝΕΙΠΩΤΟ.

Evolution Path

Advertisements

«Στα σχολεία για άλλους οπαδούς- πολίτες τού αύριο»

Τι διατύπωσε η αυθόρμητη αντίδραση όσων κλήθηκαν να σχολιάσουν τη μέτρηση της Ενωσης Ευρωπαϊκών Επαγγελματικών Πρωταθλημάτων Ποδοσφαίρου (EPFL) για την πυκνότητα των θεατών στα γήπεδα της ηπείρου μας και τον καταποντισμό της δικής μας διοργάνωσης στην 27η θέση;

Τα αυτονόητα και αναγκαία διά γυμνού οφθαλμού: την ανάγκη εξασφάλισης των θεατών απ’ τα κρούσματα βίας, την κάθαρση της διαιτησίας ώστε να απονέμεται δικαιοσύνη εντός γηπέδου, ισονομία και εκτός γηπέδου, βεβαίως τη βελτίωση των γηπεδικών εγκαταστάσεων και όσα παραμένουν αυτονόητα μεν, προσδοκώμενα δε στη χώρα μας.

Ο Ντίνος Κούης, επίσης πηγαία, έφυγε από τα προφανή και μίλησε για τη ρίζα του κακού. Οι πρώτες λέξεις που εκστόμισε όταν τον ρωτήσαμε ήταν «αγωγή, παιδεία». Και μετά μίλησε με ποδοσφαιρικούς όρους.

Κατέληξε, με περιφραστική διατύπωση, επίσης στην ανάγκη αλλαγής της στάσης ζωής μας. Με ρίζα της; «Τη σωστή διαπαιδαγώγηση».

Αρα δεν μίλησε στην «Εφ.Συν.» μόνο ως σημαντικός παίκτης από το παρελθόν, αλλά και ως πατέρας δύο παιδιών. Τα δικά του παιδιά έχουν ενηλικιωθεί (αμφότερα άνω των 30 ετών), δεν έχουν ανάγκη παρόμοιας προσέγγισης, αλλά αυτό δεν του απαγορεύει να φέρει την απαξίωση του ποδοσφαιρικού προϊόντος μας προ των ευθυνών της:

«Αγωγή, παιδεία! Βιάζομαι να πω ότι με στενοχωρεί βέβαια η απουσία πολλών οπαδών από τις εξέδρες μας. Ο κόσμος είναι, πρέπει να ξαναγίνει και στην Ελλάδα, μέρος του παιχνιδιού. Ρωτήστε παλιούς και νέους ποδοσφαιριστές πόσο διαφορετικά ζούμε ένα παιχνίδι με πολύ κόσμο στις εξέδρες από ένα άλλο παιχνίδι με μισοάδειες εξέδρες. Εκτός αυτού είναι και πολιτισμός η παρουσία στις εξέδρες, εννοώ την ειρηνική παρουσία, οπαδών και των δύο ομάδων που παίζουν. Μιλώ, λοιπόν, πρώτα για τον κόσμο και μετά για σημαντικά προβλήματα που υπάρχουν, όπως η διαιτησία και η εφαρμογή των νόμων για όλους εντός και εκτός γηπέδου. Από τον κόσμο, όμως, ξεκινά και τελειώνει το πρόβλημα και από τον κόσμο μπορεί να λυθεί!».

Συνέντευξη

• Ο ανυποψίαστος οπαδός-πολίτης σάς ρωτά «και τι φταίω εγώ για τις κακές διαιτησίες, τη γενικότερη αδικία;».

Του απαντώ: Αν εσύ ήσουν διαφορετικός, δηλαδή σοβαρός θεατής-πελάτης του γηπέδου, τότε οι διοικήσεις, των ομάδων, της διοργανώτριας αρχής του πρωταθλήματος, βεβαίως και οι πολιτικοί που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο, θα ήταν πιο προσεκτικοί, δίκαιοι με το ποδόσφαιρο.

Επειδή θα σε έβλεπαν, εσένα τον οπαδό, να είσαι σοβαρός, να μην παρασύρεσαι, να μην πηγαίνεις σαν αγέλη όπου σε καλούν οι πρόεδροι των ομάδων ή άλλοι που εκμεταλλεύονται τον φανατισμό σου. Κι αυτό επειδή αν είχες αγωγή, παιδεία, ειδικά ως φίλος του ποδοσφαίρου, γενικότερα ως πολίτης, απλά δεν θα ήσουν φανατικός.

Αγαπώ πολύ το ποδόσφαιρο κι εγώ, δεν μιλώ για αγάπη στο παιχνίδι, μιλώ για φανατισμό.

• Ηδη είπατε τις λέξεις-κλειδιά: «αγωγή, παιδεία».

Ετσι ακριβώς. Το έχω πει και άλλοτε, το λέω και τώρα επειδή όταν είμαστε 27οι σ’ αυτή τη λίστα δείχνουμε στην υπόλοιπη Ευρώπη πως το πρόβλημά μας είναι ο πολιτισμός που λείπει από τον καθένα μας.

Πριν αναφέρω οτιδήποτε άλλο, θέλω να ξεκαθαρίσω πως, ναι, η οικονομική κρίση έκανε τους περισσότερους Ελληνες να σκέφτονται σοβαρά όλα τα έξοδά τους, άρα και το εισιτήριο που θα πληρώσουν για να πάνε στο γήπεδο.

Αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος. Η μαζική απουσία του κόσμου απ’ τις εξέδρες είχε ξεκινήσει πριν ζήσουμε την οικονομική κρίση!

Προτείνω, οργανωμένα επειδή στο σημείο που έχουμε φτάσει χρειάζεται σχέδιο, άνθρωποι του ποδοσφαίρου απ’ το χθες και το σήμερα και άλλοι που έχουν να πουν κάτι σημαντικό, να μπαίνουν στα σχολεία και να μιλούν στα παιδιά. Να τους εξηγούν πως «πάμε στο γήπεδο για να χαρούμε, να γιορτάσουμε τη νίκη μας ή να σεβαστούμε τον αντίπαλο αν αυτός είναι ο νικητής και όχι η ομάδα μας».

Τι θα πετύχουμε αν μιλήσουμε έτσι στα παιδιά; Θα βοηθήσουμε να ετοιμαστούν άλλοι, ειδικότερα οπαδοί, γενικότερα πολίτες, για το μέλλον. Που θα αντιδρούν, δεν θα τους αρέσει ακόμη κι όταν βλέπουν ότι η ομάδα τους νικά ενώ έχει αδικηθεί ο αντίπαλος. Αν υπήρχε τέτοιο κοινό, τότε παράγοντες και κυβερνήσεις θα είχαν υποχρεωθεί να έχουν καθαρό το ποδόσφαιρο.

• Χρειάζεται αλλαγή στάσης ζωής, συνώνυμη επανάστασης με κριτήριο τις αγέλες των οπαδών που τους τραβάνε απ’ τη μύτη και πάνε στο γήπεδο όχι για να δουν μπάλα, αλλά για να εκτονωθούν.

«Αλλαγή στάσης ζωής», καλά το είπες! Αυτό χρειάζεται. Και είμαι αισιόδοξος αν, επαναλαμβάνω, μιλήσουμε όπως πρέπει στα νέα παιδιά τού σήμερα. Λένε, και έτσι είναι, πως πρέπει να φτιάξουν τα γήπεδα, από τουαλέτες μέχρι καλούς αγωνιστικούς χώρους, για να τραβήξουν τον κόσμο που έχει φύγει από τις εξέδρες. Κι αυτό είναι αλήθεια.

Αναρωτιέμαι όμως αν ο σημερινός συμπολίτης θα σεβαστεί το καλοφτιαγμένο γήπεδο ή αν θα βρομίσει και θα σπάσει τη νέα εγκατάσταση, όπως συμβαίνει τώρα στην πρώτη ευκαιρία. Χρειάζεται να μιλήσουμε με κατάλληλο, απλό τρόπο στα παιδιά που θα είναι οι οπαδοί, οι πολίτες τού αύριο.

Το λέω αυτό επειδή το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τα γήπεδα βέβαια αλλά και άλλους, σχεδόν όλους τους τομείς της κοινωνίας μας

 

Πηγή : «Στα σχολεία για άλλους οπαδούς- πολίτες τού αύριο»

Πόσο αγαπάμε τα παιδιά μας;

Αν κάτσει να το καλοσκεφτεί κανείς, υπάρχουν ελάχιστα πράγματα που συνδέουν αυτούς που θεωρούν τους εαυτούς τους Ελληνες. Ενα από τα κυριότερα είναι ασφαλώς η καθολική πίστη στην ύψιστη αξία της οικογένειας. Η μόνη λειτουργική μονάδα στις κοινωνίες των Ελλήνων είναι η οικογένεια. Και στο πλαίσιο της πανίσχυρης ελληνικής οικογένειας επιβιώνει πανίσχυρος ο μύθος της απέραντης, αιώνιας αγάπης των Ελλήνων γονιών για τα παιδιά τους. Αλλά γιατί την αποκαλώ μύθο; Είναι μύθος η αγάπη των Ελλήνων για τα παιδιά τους; Πολλές φορές αναρωτιέμαι.

Οταν βγαίνουν τα αποτελέσματα της PISA, που αποδεικνύουν ότι τα παιδιά των Ελλήνων παίρνουν παντού κάτω από τη βάση, όταν δημοσιεύονται φωτογραφίες από τα τριτοκοσμικά χάλια των ελληνικών πανεπιστημίων, όταν ανακοινώνονται νέα μέτρα ιδεολογικά φορτισμένου εξευτελισμού της ελληνικής εκπαίδευσης, όταν τα μισά νήπια δεν έχουν πρόσβαση σε παιδικούς σταθμούς, δεν συμφωνείτε ότι αποκαλύπτεται μια αντίφαση; Πώς συμβιβάζονται αυτά –διαχρονικά φαινόμενα που κάνουν τις ζωές των παιδιών των Ελλήνων χειρότερες– με εκείνη τη χιλιοτραγουδισμένη αγάπη; Αν αγαπάμε στ’ αλήθεια τα παιδιά μας, πώς ανεχόμαστε αυτό το χάλι; Για να μη σας πάω στο άλλο, ευρύτερο θέμα, τον κόσμο που φτιάχνουν οι γενιές μας για να ζήσουν και να μεγαλώσουν μέσα τα παιδιά μας, εν προκειμένω μια χρεοκοπημένη χώρα μέσα στη μιζέρια και την κατήφεια, κατασκευασμένη για να τα διώξει όσο γίνεται πιο μακριά. Πόσο αγαπάμε τα παιδιά μας όταν σιγά σιγά τους διαλύουμε κάθε προοπτική για μια ευτυχισμένη ζωή με κάθε μας ψήφο;

Στο θέμα της Παιδείας, ας πούμε, πού είναι οι ακτιβιστικές οργανώσεις γονιών που απαιτούν αξιολόγηση των καθηγητών στην εκπαίδευση; Πού είναι οι ευαισθητοποιημένοι γονείς που κάνουν αγώνες για πρόσβαση όλων των παιδιών στην προσχολική αγωγή; Πού είναι οι γονείς παιδιών του λυκείου, οι ίδιοι που δαπανούν χιλιάδες ευρώ σε φροντιστήρια για να μπει το παιδί στο ΑΕΙ, που διαμαρτύρονται για την άθλια ποιότητα και τις αποκρουστικές συνθήκες φοίτησης στα περισσότερα ελληνικά πανεπιστήμια; Πώς λειτουργεί αυτή η μυθική «υπερπροστατευτικότητα», τελικά; Πόσο επιλεκτική είναι;
Φυσικά, αυτές οι ερωτήσεις είναι αφελείς.

Η αγάπη ενός γονιού για το παιδί του δεν είναι ένα ορθολογικό πράγμα, ούτε μια εξιδανικευμένη στράτευση. Είναι ένα περίπλοκο συναίσθημα που περιέχει πολυάριθμες πτυχές, όχι όλες υγιείς. Εχει μέσα προβολή προσωπικών φιλοδοξιών και κόμπλεξ, τρομερό άγχος, αμφιβολία, αυτοσχεδιασμό, ανασφάλεια και όλα αυτά έρχονται να κολλήσουν στο προϋπάρχον μείγμα ασχετοσύνης, βιασύνης, ιδεοληψίας και περιορισμένης κριτικής ικανότητας που υπάρχει μέσα στον κάθε ένα από εμάς (σε διαφορετικές δοσολογίες, προφανώς).

Φανταστείτε κάποιον ψύχραιμο, ανεξάρτητο παρατηρητή που παρακολουθεί έναν Ελληνα γονιό καθώς παρκάρει παράνομα στο πεζοδρόμιο έξω από το σχολείο, μπουκάρει έξαλλος και διαμαρτύρεται στον καθηγητή επειδή έβαλε κακό βαθμό στο παιδάκι του. Δεν το αγαπάει το παιδάκι του αυτός ο γονιός; Και βέβαια το αγαπάει, με τον ιδιαίτερο, σχεδόν παθολογικό ορισμό της λέξης. Απλά είναι ανίκανος να συνδέσει το αίτιο με το αιτιατό, κάτι που πιθανότατα του συμβαίνει και σε άλλες εκφάνσεις της καθημερινής του συμπεριφοράς. Δεν μπορεί να καταλάβει το ότι αν κάνει κάτι, τότε κάτι άλλο θα συμβεί. Το ότι οι πράξεις έχουν συνέπειες. Αυτό εξηγεί πολλά πράγματα στη ζωή μας, τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, τον Κίμωνα Κουλούρη, τα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία, τον Μιχάλη Λιάπη, το 61% στο δημοψήφισμα του ’15, τη φονική πλημμύρα στη Μάνδρα και, φυσικά, την ανεπαρκή ωρίμανση αλλεπάλληλων γενεών Ελλήνων που αναπαράγουν τα ίδια λάθη, πάντα σπεύδοντας να επικαλεστούν τις φυσιολογικές εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα, για να αμφισβητήσουν το ότι υπάρχει πρόβλημα (και άρα και αυτό το άρθρο) και για να καθησυχάσουν την επίμονη, οδυνηρή αμφιβολία στο πίσω πίσω μέρος του μυαλού, ότι ίσως και να μην ξέρουμε τι μας γίνεται κι ότι ενδέχεται την ασχετοσύνη μας αυτή να την κληροδοτούμε στα παιδιά μας, αμπαλαρισμένη και καμουφλαρισμένη με τη μορφή της απέραντης, αιώνιας, ασφυκτικής αγάπης.

Από : Πόσο αγαπάμε τα παιδιά μας;

Δεν μπορώ να μιλήσω τώρα, έχω να διαβάσω τον μικρό

Οι άνθρωποι που κατοικούμε αυτόν τον ευλογημένο τόπο έχουμε, νομίζω, μαγικές, υπεράνθρωπες δυνάμεις. Τα ξέρουμε όλα. Ή λίγο από όλα, ή όλα από λίγο, ή τέλος πάντων μας είναι αδύνατον να συμφιλιωθούμε με την άγνοιά μας ή να αντιληφθούμε τη σκοπιμότητα αυτής.

Αυτό το –αρκετά ελληνικό– χαρακτηριστικό που ορθώνεται σθεναρά σε όσα ο έρμος ο Σωκράτης διακήρυττε κάποτε (ξέρετε, εν οίδα ότι ουδέν οίδα), μεγεθύνεται, για να μην μπω γιγαντώνεται, όταν γινόμαστε γονείς. Τότε είναι που πραγματικά και αδιαμφισβήτητα τα ξέρουμε ΟΛΑ. Προφανώς γιατί τότε είναι που γεννιέται από εμάς ένα πλάσμα που δεν ξέρει ΤΙΠΟΤΑ.

Οι μαμάδες γινόμαστε παιδίατροι, σύμβουλοι θηλασμού, ψυχολόγοι. Πόσες φορές δεν έχουμε κουνήσει το δάχτυλο σε φίλες μαμάδες εκστομίζοντας συμβουλές με ύφος απόφοιτου Παιδιατρικής. Πόσες φορές δεν έχουμε φιλτράρει κατά το δοκούν οδηγίες του παιδιάτρου.

Έχουν και οι μπαμπάδες αγαπημένο ρόλο. Γίνονται προπονητές. Θέλω να πω, ενώ αρχικά εμπιστεύονται τα παιδιά τους στα χέρια ενός προπονητή, αγαπούν τελικά να ωρύονται στις κερκίδες στον πεντάχρονο γιο τους που δεν κατάλαβε ότι ήταν οφσάιντ ή που δεν σηκώθηκε για το ριμπάουντ.

Και μέχρις εδώ καλά, η προσπάθειά μας να αναπαράγουμε το είδος μας ως φωτεινοί παντογνώστες πάει περίφημα.

Και έρχεται η στιγμή που αποφασίζουμε να κάνουμε ΚΑΙ τον δάσκαλο. Η ιδιότητά μας αυτή δεν περιορίζεται στο να λύσουμε μια απορία– όχι. Συνεχίζεται με την ακόρεστη και ακαταμάχητη επιθυμία να ανοίγουμε τα τετράδια των παιδιών μας όταν γυρίζουν από το σχολείο, να θρονιαζόμαστε σαν κέρβεροι δίπλα τους την ώρα της μελέτης, «δεν μπορώ να μιλήσω τώρα, έχω να διαβάσω τον μικρό» και σβήσ’ το, δεν το έχεις γράψει καλά και δεν έβαλες τόνο, και κάνε και αυτές τις δύο ασκήσεις που κατέβασα από το ίντερνετ, τίποτα δεν σας βάζει αυτή…

Στον αντίποδα, η μεγαλύτερη ένωση γονέων και κηδεμόνων της Ισπανίας αποφάσισε να μην κάνει τον δάσκαλο, αφού οι γονείς διαπίστωσαν ότι το φορτίο σχολικής μελέτης δεν ήταν τελικά ανάλογο με τις επιδόσεις των μαθητών σε σύγκριση με τους ξένους συνομηλίκους τους. Εμάς –ή τους περισσότερους από εμάς– τους Έλληνες γονείς μάς διακατέχει ένα συναίσθημα απόλυτης ικανοποίησης (θεωρώ πως έχει μαζοχιστικές ψυχαναλυτικά προεκτάσεις – δεν μπορεί), όταν η σάκα του παιδιού μας επιστρέφει πλήρης εργασιών για το σπίτι.

Και τελικά με την επιστροφή του παιδιού μας στο σπίτι από το σχολείο χτυπά άλλο ένα κουδούνι.

Δεν ξέρω αν τελικά η επιθυμία μας να το παίζουμε τόσο δάσκαλοι –σε αντίθεση με τους Ισπανούς γονείς– προκύπτει από την αδυναμία μας να εμπιστευτούμε το ταλαιπωρημένο εκπαιδευτικό μας σύστημα, ή την επιλογή του διδακτικού προσωπικού και την απουσία αξιολόγησης. Αυτή όμως η οικιακή εσωστρέφεια της μελέτης δεν οδηγεί πουθενά, το αισθάνομαι και το γράφω για να το διαβάσω εγώ που είμαι μαμά 3 μαθητών, τώρα η ώρα είναι 3 μ.μ. και δεν μπορώ να γράψω άλλο, γιατί πρέπει να πάω να τους «διαβάσω».

Πηγή : ΕΧΩ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΩ ΤΟΝ ΜΙΚΡΟ…

 

Θεοδόσης Τάσιος: «Δεν θα ξεχάσω ποτέ το τελευταίο χαμογελαστό και πικρό βλέμμα της υπέροχης γυναίκας μου»

Καλοκαιρινό απόγευμα στα ορεινά της Παλαιάς Πεντέλης. Zέστη και δεκάδες φασαριόζικα τζιτζίκια. Το σπίτι του καθηγητή Θεοδόση Τάσιου, όμως, σε αποζημιώνει με την μαγευτική θέα προς την πρωτεύουσα. Ο ίδιος γεννήθηκε στην Καστοριά και σπούδασε Πολιτικός Μηχανικός στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και στο Παρίσι. Σήμερα είναι ομότιμος καθηγητής του ΕΜΠ, μέλος της Ακαδημίας Επιστημών του Τορίνου (Ιταλία) αλλά και επίτιμος διδάκτωρ σε διάφορα πανεπιστήμια. Παράλληλα, είναι πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Μελέτης της Αρχαίας Τεχνολογίας. Έχει δημοσιεύσει 430 επιστημονικές εργασίες και 50 βιβλία σε διάφορες γλώσσες, ενώ του έχουν απονεμηθεί το International Award of Merit In Structural Εngineering από τη διεθνή Ένωση Γεφυρών και Κατασκευών στη Ζυρίχη και το Μετάλλιο της Πόλεως των Παρισίων. Η λίστα των διακρίσεων για τον Θεοδόση Τάσιο είναι ατελείωτη. Αναμφίβολα, πρόκειται για ένα οξυδερκές, ελεύθερο και ανυπότακτο πνεύμα. Ένα κοφτερό μυαλό που φημίζεται για τις αιρετικές και τολμηρές απόψεις του. Καθώς με ξεναγεί στο σπίτι του, νιώθω ότι βρίσκομαι σε μουσείο λαογραφίας. Ένα από τα δωμάτια είναι γεμάτο με βιβλία, σημειώσεις και απλωμένα σχέδια. «Είναι για το βιβλίο που ετοιμάζω για την αρχαία τεχνολογία», εξηγεί. Στο γραφείο του μετά δυσκολίας βρίσκουμε χώρο να καθίσουμε, αφού έως και το τζάκι είναι γεμάτο με φακέλους. Ενθύμια, φωτογραφίες, ένα υπέροχο πορτρέτο της γυναίκας του −η οποία έφυγε από τη ζωή πριν από λίγο καιρό−, μετάλλια, βραβεία, εφημερίδες και περιοδικά κατακλύζουν το χώρο. Συζητήσαμε αναλυτικά για θέματα της επικαιρότητας, την επιτυχία του «Survivor», τη μοναξιά, τους νέους, τον χρόνο καθώς και για την «απόφαση της θυσίας χάριν της πόλεως, η οποία παραείναι χλωμή σήμερα».
— Έχετε δώσει, τελικά, απάντηση για την κρίση; Είναι δημιούργημα ή οικονομικό αποτέλεσμα;
Κατ’ όνομα, πρόκειται για ένα οικονομικό αποτέλεσμα, με ηθοπολιτικά όμως αίτια. Πάντως, για το συγκεκριμένο ερώτημα θα έπρεπε να υπήρχε ομογνωμία και όχι σχιζογνωμία. Στο παρελθόν ελήφθησαν με πολιτικά κριτήρια κάποιες αποφάσεις, αλλά τα αποτελέσματα μόνο τώρα είναι ορατά. Άρα, η επιστήμη, και όχι η πολιτική, είναι εκείνη που θα έπρεπε να απαντά στο πού οφείλεται η κρίση. Κατά την ταπεινή μου αντίληψη, αντλεί την αιτία της από τη συσσώρευση αδυναμίας για τη συγκρότηση μιας αλληλέγγυας και αποδοτικής κοινωνίας. Αντί να λύνουμε το οικονομικό πρόβλημα με αύξηση της ανταγωνιστικότητας, της παραγωγικότητας, της γνώσης και της αλληλεγγύης, εμείς το λύναμε με εξωτερικό δανεισμό. Ανατρέξτε στην Ιστορία και θα διαπιστώσετε ότι οι περισσότερες κυβερνήσεις της Μεταπολίτευσης είχαν ελλειμματικούς προϋπολογισμούς. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τη συνεχή πίεση της μίας ομάδας του ελληνικού λαού έναντι της άλλης − και όλο αυτό το καλλώπιζαν φορώντας του το όνομα «αγώνας». Όχι βέβαια ενάντια σε νεφελώματα, όπως το διεθνές κεφάλαιο, αλλά ενάντια στα συμφέροντα του άλλου. Συγκεκριμένα, η οικονομική κρίση οφείλεται στον επικίνδυνο συνδυασμό μιας ανοργάνωτης κοινωνίας, μιας οικονομικής ασάφειας, μιας σημαντικής έλλειψης αλληλεγγύης κι ενός ξέφρενου εξωτερικού δανεισμού. Μια προφανής απουσία του αισθήματος της ευθύνης αλλά και της εκμετάλλευσης που έκανε η προηγούμενη γενιά σε βάρος της επόμενης. Έγραφαν τα πλακάτ στις πορείες «αγωνιζόμαστε για το δίκαιο όλων» και τελικά, αν έξυνες ελαφρώς την μπογιά του πλακάτ, αποδεικνυόταν ότι «αγωνιζόμασταν για να περνάμε καλά» εις βάρος των επόμενων που θα πληρώνουν τα δάνεια. Ζήσαμε, λοιπόν, λαμπρές θεατρικές παραστάσεις του πολιτικού μας προσωπικού. Πρέπει να ήταν κάποιος παράφρων ώστε να μην προέβλεπε ότι θα φτάναμε στο σημείο όπου έχουμε βρεθεί σήμερα. Και το χειρότερο είναι πως δεν μας άρεσε και δεν θέλαμε ποτέ να ακούσουμε ότι ερχόταν το κακό. Θυμηθείτε το εμβληματικό περιστατικό Γιαννίτση.
«Όσον αφορά τους νέους, προφανώς δεν έχουν καμία ευθύνη για τα δεινά που αντιμετωπίζουν. Όμως φοβάμαι ότι, επειδή μεγάλωσαν με το πνεύμα των γονιών τους, κινούμενοι πάνω σε μια εγωιστική λογική, ένα μεγάλο μέρος τους διαπνέεται από τις αντιλήψεις του παρελθόντος.»
— Μιλήσατε για την αλληλεγγύη. Πώς μπορεί να γίνει πράξη η συλλογικότητα σε μία χώρα που πλήττεται από καταναλωτικό απομονωτισμό;
Πολύ ωραία ερώτηση. Δεν νομίζω όμως ότι μπορεί κάποιος να απαντήσει εύκολα στο συγκεκριμένο ερώτημα, διότι δεν έχουμε τα αντίστοιχα εμπειρικά δεδομένα. Ίσως πολλοί να υποθέσουν ότι η αίσθηση της αποτυχίας θα μας έκανε ως λαό να αναγνωρίσουμε την πραγματική αιτία, παρά τις στερήσεις. Να διορθωθούμε και να ανορθωθούμε. Κάμποσοι φοβούνται ότι επειδή όλο και μεγαλύτερες μάζες υποφέρουν πολύ, θα δημιουργήσουν φυγόκεντρες τάσεις, ψυχολογικώς ερμηνεύσιμες, και αλίμονό μας. Όπως είχα γράψει και στον «Economist» τον Γενάρη του 2015, ζούμε μια εποχή βαθύτατης έλλειψης πολιτικής αυτοσυνειδησίας. Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορούμε να συστήσουμε μια υπεύθυνη συλλογικότητα και αυτό οφείλεται στο ότι δεν υπάρχει ένα δυνατό αίσθημα θυσίας του παρόντος για χάρη του μέλλοντος. Ανήκω στους αγωνιστικά απαισιόδοξους δηλαδή, όπως θα έλεγε η σύζυγός μου, είμαι κατά βάση αισιόδοξος. Αλλά κυρίως όχι παραιτημένος. Όμως, η συλλογικότητα στην Ελλάδα είναι εξαιρετικά δύσκολο να συσταθεί, γιατί οι φυγόκεντρες τάσεις τείνουν να υπερτερήσουν. Οπότε η αλληλεγγύη πάει περίπατο.
— Κατά πολλούς, δημιουργείται μια χαμένη γενιά. Ως ομότιμος καθηγητής με πολλά χρόνια στο ελληνικό πανεπιστήμιο, τι θα συμβουλεύατε τους νέους; Πιστεύετε ότι συμβιβάζονται ή ότι εξελίσσονται σε σιωπηλούς επαναστάτες;
Κάποτε, εργάζονταν πέντε για να παράγουν τη σύνταξη των τριών. Σήμερα, δουλεύουν δύο για να παράγουν τη σύνταξη των πέντε. Υπάρχουν πολλές μαύρες σελίδες στην Ιστορία μας που θα έπρεπε να διδάσκονται στα δημόσια ιδρύματα της χώρας. Όταν τόλμησε ένας υπουργός να προλάβει την κατρακύλα του ασφαλιστικού συστήματος, έπεσαν όλοι να τον φάνε. Και το αποτέλεσμα ήταν ο πρωθυπουργός του να τον απολύσει. Πιστεύω ότι εμείς, ο λαός, εμπνέουμε την ηγεσία και της δίνουμε ή της αρνούμαστε τη δυνατότητα να κάνει πράξη τα οράματα. Εμείς τι κάναμε; Αντιδρούσαμε συνεχώς και τώρα παριστάνουμε τις μωρές παρθένες. Όσον αφορά τους νέους, προφανώς δεν έχουν καμία ευθύνη για τα δεινά που αντιμετωπίζουν. Όμως φοβάμαι ότι, επειδή μεγάλωσαν με το πνεύμα των γονιών τους, κινούμενοι πάνω σε μια εγωιστική λογική, ένα μεγάλο μέρος τους διαπνέεται από τις αντιλήψεις του παρελθόντος. Το ζήτημα είναι αν θα καταφέρουν να ξεπεράσουν το τριπλό βαρύ φορτίο που έχουν να αντιμετωπίσουν: της οικονομικής ανέχειας, της πολιτικής σύγχυσης του παρελθόντος και της πεποίθησης ότι επειδή είναι νέοι, θεωρούν πως γνωρίζουν άριστα τι θα ωφελήσει τον τόπο εν συγκρίσει με τους μεγαλύτερούς τους. Επομένως, πολλοί θα πουν ότι δεν υπάρχουν οι καλύτερες προϋποθέσεις για να περιμένουμε ένα ευοίωνο μέλλον από τους σημερινούς νέους. Ωστόσο, συνειδητοποιώ ότι έχει αρχίσει να διαψεύδεται αυτό το συμπέρασμα. Είναι αξιοπρόσεκτο πώς πολλοί νέοι επιδεικνύουν ψυχραιμία, συνέπεια, αποδοτικότητα και, τελικώς, μια παραγωγικότητα, από την οποία διακρίνουμε ότι, αντί για τη μέτρια καλοπέρασή τους, επιλέγουν να βγουν από το κουκούλι τους και να διαλέξουν έναν αγώνα που δεν είναι καθόλου εύκολος. Το θετικό είναι πως συνεχώς πολλαπλασιάζονται τα παραδείγματα που δημιουργούν μια κάποια αισιοδοξία. Ίσως επειδή στέρεψαν τα αφρόνερα της ευμάρειας και δεν μπορούν πλέον να ενδώσουν στην ψεύτικη αντίληψη περί τζάμπα ευτυχίας. Μακάρι!
— Ο ΣΥΡΙΖΑ απέδειξε ότι είτε είσαι αριστερός είτε δεξιός τα μνημόνια και η πολιτική σήμερα είναι ίδια;
Θα απαντήσω μόνο με την ιδιότητα του απλού Έλληνα πολίτη. Το μνημόνιο είναι μια απλή δανειακή σύμβαση. Η παρούσα κυβέρνηση ήρθε με την προοπτική να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά, που, όπως διατυμπάνιζε, δεν κατάφεραν να βγάλουν οι προηγούμενοι. Όμως, παρακολουθούμε τη χρήση μιας ιδιότυπης στάσης που στηρίζεται στο ότι διαφωνεί μεν με όσα κάνει, καταφεύγει όμως σε ψευδεπίγραφα συνθήματα τα οποία μεσοπρόθεσμα είναι αντιλαϊκά. Δείτε το περίφημο δημοψήφισμα, το οποίο απέδειξε τι; Ότι το πολιτικό πρόβλημα ξεπερνάει τις ικανότητες ή τις ανικανότητες ενός κόμματος. Και φοβάμαι ότι η σημερινή κυβέρνηση ίσως δεν έχει συνειδητοποιήσει την κρισιμότητα της κατάστασης. Η πολιτική είναι λήψη αποφάσεων. Είναι ηθική υπέρβαση διλημμάτων. Απευθύνεται σε κοινωνίες με εσωτερική συνοχή. Και ο ελληνικός λαός δεν μου φαίνεται να είναι ο ηθικότερος του κόσμου. Πράγματι, στο παρελθόν είχαμε να επιδείξουμε λαμπρά παραδείγματα ως έθνος, ωστόσο σήμερα είναι καθήκον της πολιτικής τάξης και της κυβέρνησης να διατυπώνει αλήθειες. Και η μοναδική αλήθεια είναι ότι όλοι χρωστάμε. Άρα, απαιτείται μια παλλαϊκή επιστράτευση για μόρφωση, ανταγωνιστικότητα και καινοτομία, μέχρι να ξεχρεώσουμε. Πώς αλλιώς;
— Πρόσφατα είδαμε παραδείγματα λογοκρισίας στα σχολικά βιβλία. Από τι πάσχει η παιδεία;
Δεν στενοχωριέμαι τόσο με την έννοια της λογοκρισίας καθαυτή, διότι έχω την τάση να μη μυθοποιώ τις λέξεις. Η επιλογή, η διασκευή και η τροποποίηση κειμένων κάτω από ορισμένες ακραίες προϋποθέσεις, εθνικές ή παιδαγωγικές, είναι θεμιτές. Αναρωτιέμαι, όμως, ποιες είναι σήμερα αυτές οι συνθήκες που επιτρέπουν τη διασκευή ενυπόγραφων κειμένων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση παρατηρήθηκαν υπερβάσεις με το αιτιολογικό της διαμόρφωσης του χαρακτήρα των παιδιών. Επομένως, διατηρώ τις επιφυλάξεις μου, διότι θα μπορούσαν κάλλιστα να επιλέξουν ένα διαφορετικό κείμενο, πιο κοντά στο ιδεώδες της εκπαίδευσης που προτείνουν. Η παιδεία είναι ένα τεράστιο και ευρύ θέμα. Είναι η εισπνοή του παρελθόντος και η εμπνοή του μέλλοντος. Μια θεμελιώδης και τεράστια λειτουργία της κοινωνίας, για την οποία, δυστυχώς, ο ελληνικός λαός δεν ενδιαφέρεται όσο θα έπρεπε. Γι’ αυτό και οι κυβερνήσεις πολυνομοθετούν για την παιδεία σαν να ήταν ξέφραγο αμπέλι. Κρίμα. Όλοι μιλάνε για την παραποίηση του Θεοτοκά και το κόψιμο του «Κακού Πρωθυπουργού» στις Πανελλαδικές 9.6.2017 Όλοι μιλάνε για την παραποίηση του Θεοτοκά και το κόψιμο του «Κακού Πρωθυπουργού» στις Πανελλαδικές
— Απειλείται η δημοκρατία στην εποχή μας ύστερα από τις τελευταίες επιθέσεις που δέχεται η Δικαιοσύνη;
Η δημοκρατία δεν σε αφήνει να την αγαπήσεις με «φανατισμό». Επομένως, όταν κινδυνεύει, δεν μπορείς να φανατιστείς για να την υποστηρίξεις, διότι κάθε φανατισμός θα ήταν μια άρνηση της δημοκρατίας. Όμως, ως προς το ειδικό θέμα που αναφέρετε, δεν μπορώ να φανταστώ μια μυθοποιημένη και άκαμπτη στεγανή σχέση των εξουσιών. Οι εξουσίες προφανώς και είναι ανεξάρτητες, αλλά τα σύνορά τους δεν είναι σιδερένια. Τα σίδερα ανάμεσα στην εκτελεστική και στη δικαστική εξουσία έχουν κι αυτά έναν βαθμό ευκαμψίας. Ένα σχόλιο που μπορεί να λεχθεί μεταξύ των δύο εξουσιών είναι αναπόφευκτο, αφού σε κάθε διεπιφάνεια (εκεί, δηλαδή, όπου τελειώνει κάτι και αρχίζει κάτι άλλο) έχουμε αναγκαστικά έναν βαθμό ασάφειας. Ωστόσο, διαφαίνεται πως υπάρχει σήμερα μια τάση εκ μέρους της κυβέρνησης να μην αμφισβητείται καμία ενέργειά της από δικαστικές αποφάσεις. Δεν είναι ευχάριστο αυτό το γεγονός, χωρίς να σημαίνει ότι η δικαστική εξουσία −το επαναλαμβάνω− είναι εκτός κριτικής. Ο κίνδυνος, λοιπόν, υπάρχει. Όταν μάλιστα η κριτική αυτή δεν γίνεται πάντοτε με θεσμικά μέσα αλλά, κατά κάποιον τρόπο, χρησιμοποιούνται περιστασιακά ή και οιονεί επαναστατικά μέσα.
— Πώς εξηγείται το ότι ένας ολόκληρος λαός απορροφήθηκε από ένα reality όπως το «Survivor»; Πιστεύετε ότι είναι φοβισμένη η ελληνική κοινωνία και δεν αντιδρά στα τελευταία μέτρα;
Άκουσα ότι πολλοί σκεπτόμενοι άνθρωποι ενοχλήθηκαν από την επιτυχία του συγκεκριμένου reality. Εμένα δεν με ενόχλησε ιδιαιτέρως. Το συγκεκριμένο τηλεοπτικό πρόγραμμα εντάσσεται στον χώρο της διασκέδασης, ο οποίος συνδέεται με θεμελιώδεις ανάγκες της ύπαρξης, όπως η αισθητική. Είχε ωραία σώματα και πολλά αγωνιστικά στοιχεία που θα εξηγηθούν από κοινωνιολόγους και επικοινωνιολόγους. Αλλά δεν θα χαρακτήριζα αρνητικά το μεγάλο μέρος των συμπολιτών μας που αγάπησαν αυτήν τη σειρά. Δεν το παρακολούθησα μεν, αλλά τέτοια μαζική προτίμηση σε τηλεοπτικών σειρά έχει παρατηρηθεί και στο παρελθόν. Όπως στις ΗΠΑ, όπου μια σειρά που λεγόταν «Love» γνώρισε τόσο μεγάλη κοινωνική επιτυχία, ώστε οι ειδικοί αναλυτές να παρατηρούσαν την επιρροή της στη συμπεριφορά των ανθρώπων. Αντιθέτως, για τη «φοβισμένη» κοινωνία που αναφέρετε βλέπω ότι νιώθετε έκπληξη που δεν αντέδρασε στα τελευταία οικονομικά μέτρα. Όμως αυτό που ίσως ξεχνάτε είναι ότι ούτε και στα βαρύτερα οικονομικά μέτρα αποκρίθηκε ως υγιής οργανισμός. Αυτοί που φωνασκούσαν ήταν κάποιες φανατικές μειονότητες που έδιναν την εντύπωση της αντίδρασης. Και τώρα που λαμβάνονται όλο και βαρύτερα μέτρα εκπλησσόμαστε. Φοβάμαι ότι η ελληνική κοινωνία ήταν πάντοτε σχετικώς μουδιασμένη και ανεπαρκώς ενημερωμένη. Αυτό που άλλαξε, για λόγους προφανείς, είναι η συμπεριφορά των κραυγαλέων μειονοτήτων. Το ενοχλητικό, ως προς την ιδιότυπη στάση της ελληνικής κοινωνίας, παρά τις περί του αντιθέτου διαπιστώσεις, ότι δηλαδή είναι αρκετά πολιτικοποιημένη, είναι αυτό που σας είπα: πάσχουμε από βαθιά ανεπάρκεια πολιτικής αυτοσυνειδησίας. Έχω καθήκον να γίνομαι δυσάρεστος, διότι στον ελληνικό λαό χρωστώ τα πάντα. Όλοι μας προχωράμε στη ζωή με παραδείγματα που μας εμπνέουν. Και θλίβομαι που βλέπω τον ναρκισσισμό να κερδίζει συνεχώς έδαφος, όχι μόνο σε μεμονωμένα άτομα αλλά και σε μάζες. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO Όλοι μας προχωράμε στη ζωή με παραδείγματα που μας εμπνέουν. Και θλίβομαι που βλέπω τον ναρκισσισμό να κερδίζει συνεχώς έδαφος, όχι μόνο σε μεμονωμένα άτομα αλλά και σε μάζες. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
— Εσείς, αν γράφατε ένα σύνθημα σε έναν τοίχο, ποιο θα ήταν;
«Σκέψου».
— Οι λέξεις σήμερα μας ενώνουν ή μας διχάζουν;
Εξαρτάται. Οι λέξεις, πολλές φορές, δεν εκφράζουν αυτά που εννοούμε. Πιστεύω ότι κατά κύριο λόγο υστερούμε από έλλειψη σαφήνειας και προτιμάμε τις απλουστεύσεις. Άρα, στο δικό σας ερώτημα θα απαντήσω ότι ενδέχεται να υπάρχει μια κακοχρησία των λέξεων. Το κυριότερο είναι ότι πλήθυναν τα συνθήματα χωρίς επαρκείς συλλογισμούς και με πολλές αντιφάσεις. Αυτές τις αντιφάσεις πρέπει η πολιτική να τις περιγράφει και ύστερα να τις υπερβαίνει.
— Ποια είναι η πιο σημαντική ελευθερία που έχουμε;
Η ελευθερία είναι ένα σώμα ενιαίο και οι ποικίλες εκφάνσεις της δεν μπορούν να είναι ξεχωριστές. Αν μία από αυτές καταρρεύσει, το σώμα υποφέρει.
«Ένα μεγάλο μέρος των νέων ανθρώπων, που ακόμη, φευ, δεν συνιστούν πλειονότητα, έχει μια διάθεση φιλοκοινωνικότητας, εργατικότητας, καινοτομίας και πολιτικής ευθύτητας. Την «βρίσκουν». Έτσι, μπορώ να ελπίζω πως στο άμεσο μέλλον ενδέχεται να συστήσουν μια κρίσιμη μάζα.»
— Γιατί οι άνθρωποι σήμερα λένε συνεχώς ότι δεν έχουν χρόνο;
Σίγουρα ο σύγχρονος βίος είναι πιο απαιτητικός. Μπορώ να υποθέσω ότι λόγω και της ευμάρειας των τελευταίων δεκαετιών αυξήθηκαν οι υποχρεώσεις μας και μας δίνεται η εντύπωση ότι δεν έχουμε χρόνο. Θεωρούμε ως ουσιώδεις υποχρεώσεις της καθημερινότητάς μας πολλές ασχολίες που είναι επουσιώδεις. Και προφανώς, ο διαθέσιμος χρόνος πάντα γεμίζει με κάτι άλλο. Λέμε «δεν έχω χρόνο να διαβάσω ποίηση», αλλά έχουμε χρόνο να δούμε τηλεόραση. Αναμφίβολα, η διάθεση των ανθρώπων υπέρ της εικόνας αποτελεί μια ευχερέστερη ικανοποίηση. Η διαφορά έγκειται στο ότι αυτή η ικανοποίηση είναι πιο ρηχή. Λίγο χρόνο να δαπανούσε κάποιος ώστε να «την βρίσκει», όπως λένε οι νέοι μας, θα ήταν ίσως καλύτερα. Γιατί όταν λέμε «την βρίσκω», εννοούμε «βρίσκω την ευδαιμονία». Οπότε, βρίσκουμε και τον πρόσθετο χρόνο που επιθυμούμε.
— Ένα από τα βιβλία σας τιτλοφορείται «Πέντε μαθήματα ζωής». Εσείς ποιο μάθημα ζωής θυμάστε;
Όλοι μας προχωράμε στη ζωή με παραδείγματα που μας εμπνέουν. Και θλίβομαι που βλέπω τον ναρκισσισμό να κερδίζει συνεχώς έδαφος, όχι μόνο σε μεμονωμένα άτομα αλλά και σε μάζες. Από τα πέντε μαθήματα ζωής του βιβλίου και τα πολλά παραδείγματα που έχω γνωρίσει στην πορεία της ζωής μου, θα επιλέξω σήμερα εκείνο του Μότσαρτ. Εκτός από τις τέσσερις γλώσσες που μιλούσε ή έγραφε, αποφάσισε να μάθει και τη γλώσσα των κωφαλάλων, τη νοηματική. Και το πέτυχε. Πρόκειται για σπουδαίο παράδειγμα αγαπητικής σχέσης που αναπτύχθηκε μέσα σε ένα δύσκολο κοινωνικό πλαίσιο − διότι ο Μότσαρτ ήταν φτωχός όλη του τη ζωή. Η ελευθερία είναι ένα σώμα ενιαίο και οι ποικίλες εκφάνσεις της δεν μπορούν να είναι ξεχωριστές. Αν μία από αυτές καταρρεύσει, το σώμα υποφέρει.
— Τι θυμάστε από την παιδική σας ηλικία;
Τα παιδικά χρόνια είναι εκείνα που δομούν το «εγώ» μας, την προσωπικότητά μας. Τα παιδικά μας χρόνια είναι η πατρίδα μας, όπως λέγεται. Όταν έφυγα σε ηλικία 8 ετών από την Καστοριά, για τα επόμενα πενήντα χρόνια αυτή η πόλη ήταν ο τόπος των αγρυπνιών μου. Πάντοτε ένιωθα αυτήν τη συγκίνηση που σου δημιουργεί η παιδικότητα για τον τόπο καταγωγής σου.
— Μια εικόνα που δεν θα ξεχάσετε ποτέ;
Για όσους μήνες ζήσω ακόμη, δεν θα ξεχάσω το τελευταίο χαμογελαστό και πικρό βλέμμα της υπέροχης γυναίκας μου. Σταύρος Ξαρχάκος: «Μια χώρα που ταξιδεύει μ’ αυτό το φως δεν πρόκειται να χαθεί ποτέ» 13.7.2017 Σταύρος Ξαρχάκος: «Μια χώρα που ταξιδεύει μ’ αυτό το φως δεν πρόκειται να χαθεί ποτέ»
— Τη μοναξιά πώς την αντιμετωπίζει κάποιος;
Από τη στιγμή που έχασα την πολύτιμη γυναίκα μου, δεν μπορώ να ονομάσω τη σημερινή μου κατάσταση μοναξιά. Αυτά που μου έδωσε εκείνη σε ένα μεγάλο ποσοστό εξακολουθούν να βρίσκονται ακόμα μέσα μου. Ήταν δομικά στοιχεία της δικής της προσωπικότητας και τα κρατώ ακόμα βαθιά στον χαρακτήρα μου. Επειδή έφυγε από τη ζωή δεν σημαίνει ότι έχασα τα δικά της κομμάτια που μου είχε δώσει στα χρόνια που μέναμε μαζί. Όταν ο Πλούταρχος έχασε την κόρη του, ήταν στη Θεσσαλία και μέσω αγγελιοφόρου έστειλε ένα μήνυμα στη γυναίκα του λέγοντάς της: «Θα ζούμε με την παρουσία εκείνης της κόρης και θα μας κάνει παρέα η ανάμνηση αυτή και δεν βλέπω για ποιον λόγο δεν μπορούμε να την έχουμε σαν να ζούσε». Εύκολη κουβέντα, που, αν την σκεφτεί κανείς, δίνει κατά έναν τρόπο μια λύση. Τέλος, στη δική μου περίπτωση, επειδή δωροδοκώ τους γιατρούς μου και μου δίνουν μακροζωία, είναι τόσο πολλές οι υποχρεώσεις απέναντι στην κοινωνία που μου έδωσε τόσα και πρέπει να τα επιστρέψω, ώστε επιλέγω να πράττω τόσο πολλά, που δεν προλαβαίνω να αισθανθώ το αίσθημα της μοναξιάς, στο στυλ του ρομαντισμού του Μεσοπολέμου. Παρά ταύτα, σίγουρα έρχονται οι φοβερές εκείνες στιγμές που μπορεί να περιγραφούν με τη βαριά αυτή λέξη. Δεν αναφέρομαι στην εγωιστική μοναξιά με την έννοια «τι καλά που θα ήταν να ασχολούνταν οι άλλοι μαζί μου». Είναι πιο περίπλοκο και δεν τολμώ καν να το αναλύσω στη συζήτησή μας περισσότερο.
— Πώς ορίζετε την ευτυχία; Κύριε Πανταζόπουλε, ούτε ο Αριστοτέλης τόλμησε να ορίσει την ευδαιμονία, παρά ως σκοπό της ζωής. Την θεώρησε ως πρώτο δεδομένο, καθαρά εμπειρικό. Η υγεία, η ευμάρεια, ο έρωτας, αποτελούν παραγωγικά συστατικά της ευδαιμονίας, αλλά στον πυρήνα της η ευδαιμονία παράγεται μέσω της γνώσης, ιδίως δε μέσω της φιλότητας. Ο φίλος ως άλλος εαυτός, κατά τον Σταγειρίτη. Αν κάτι υπογράμμιζα, αυτό θα ήταν το σημείο που διαβάζουμε στα «Ηθικά Νικομάχεια», εκείνη την αίσθηση της διεύρυνσης του «εγώ» που πετύχαινες όταν έμπαινες στη θέση του άλλου. Κοντολογίς, ανάλογα με τους συντελεστές βαρύτητας που δίνει κάποιος στα συστατικά της ευδαιμονίας, λαμβάνει και την κατάλληλη «απόκριση» ευτυχίας.
— Τι σας δίνει ελπίδα σήμερα; Το ότι ένα μεγάλο μέρος των νέων ανθρώπων, που ακόμη, φευ, δεν συνιστούν πλειονότητα, έχει μια διάθεση φιλοκοινωνικότητας, εργατικότητας, καινοτομίας και πολιτικής ευθύτητας. Την «βρίσκουν». Έτσι, μπορώ να ελπίζω πως στο άμεσο μέλλον ενδέχεται να συστήσουν μια κρίσιμη μάζα.
Πηγή: www.lifo.gr

Η επιβράβευση της αριστείας που απωλέσαμε

Για μία ακόμη φορά από τις πολλές πρέπει να γίνουμε μάρτυρες της ατελείωτης υποκρισίας και της ολοκληρωτικής αποξένωσης από τη σημερινή πραγματικότητα σημαντικής μερίδας συμπολιτών και φυσικά ευρύτερων κοινωνικοπολιτικών σχηματισμών.

Σε μια χώρα που ζει και βασιλεύει δεκαετίες ολόκληρες η αναξιοκρατία σε κάθε δημόσια ή ιδιωτική δομή, ξαφνικά εντοπίστηκε από τα προαναφερόμενα λαγωνικά έλλειμμα στην επιβράβευση της αριστείας λέει στο δημοτικό σχολείο παρακαλώ.

Στο δημοτικό σχολείο όπου η πλειοψηφία των παιδιών παίρνει 9 ή 10 και βαθμολόγηση κάτω από 8 σπανίως υφίσταται για να μη στενοχωρηθεί το τέκνο, θα ξεκινήσει η καταβαράθρωση της καταξίωσης της νέας γενιάς!

Και εντάξει να δεχτούμε ότι το μέτρο αυτό είναι μη πειστικό και ανούσιο.

Και να ειπωθεί ξεκάθαρα ότι όντως θα έπρεπε να επιβραβεύεται η αριστεία σε κάθε κοινωνία που σέβεται τον εαυτό της.

Και πώς καθορίζεται η αριστεία άραγε σήμερα? Με το πόσες γνώσεις καταγράφτηκαν στο σκληρό δίσκο ή χρειάζονται και άλλες δεξιότητες? Τι είπατε δεν αξιολογούνται αυτές? Καλά δε λέγαμε ότι υπάρχει πολυπαραγοντικό πρόβλημα παιδείας σε τούτη τη χώρα, αυτό τι έγινε ξεχάστηκε?

Θα ήταν χρήσιμο να αναρωτηθεί ο σοκαρισμένος νεοέλληνας για το ποιοι και πόσοι αριστούχοι επιβραβεύονται ανάλογα με τις επιδόσεις τους στην ελληνική κοινωνία από τη μεταπολίτευση και πέρα τουλάχιστον. Ποιοι και πόσοι αριστούχοι καταλαμβάνουν σήμερα υψηλές καίριες νευραλγικές θέσεις στη δημόσια διοίκηση, στις κυβερνήσεις, στις υπηρεσίες. Πώς ανελίσσεται σήμερα και από δεκαετίες το κάθε φιλόδοξο νεαρό βλαστάρι, βάσει των επιδόσεων και των συνολικών του δεξιοτήτων ή βάσει του ποιόν ξέρει και από πού κρατά η σκούφια του? Τι δουλειές κάνουν, σε τι συνθήκες εργάζονται και πόσο ανάλογα αμείβονται σήμερα οι περισσότεροι υψηλόβαθμοι κάτοχοι πτυχίων, μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων.

Δεν έχετε σκίσει τα ιμάτιά σας για όλα αυτά και ούτε πρόκειται κατά πάσα πιθανότητα.

Α ναι και κάτι ακόμη ως υστερόγραφο. Ευτυχώς που μέχρι τώρα που επιβραβευόταν η αριστεία έχουμε αριστεύσει και ως χώρα/κράτος/έθνος/κοινωνία, γιατί αλλιώς…

Evolution Path

Υστερόγραφο στην ασημαντότητα

Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, πράγματα ή καταστάσεις … είναι εντελώς συμπτωματική. Και σίγουρα το κείμενο δεν το γραψε μόλις χτες ο Καστοριάδης, όσο κοντινό κι αν μας φαίνεται

Απ’ όλα τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου κόσμου -κρίσεις, αντιφάσεις, αντιθέσεις, τομές-, εκείνο που με εντυπωσιάζει περισσότερο είναι η ασημαντότητα.

Ας πάρουμε τη διαμάχη ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά. Στις ημέρες μας έχει χάσει το νόημα της. Όχι επειδή δεν υπάρχει υλικό, για να τροφοδοτηθεί μια πολιτική διαμάχη, και μάλιστα μια πολύ σοβαρή διαμάχη. Αλλά επειδή τόσο η Δεξιά όσο και η Αριστερά, λίγο έως πολύ, λένε τα ίδια πράγματα.

Στη Γαλλία το 1983 οι Σοσιαλιστές ακολούθησαν κάποια πολιτική. Μετά, ήρθε η Δεξιά με τον Μπαλλαντύρ και ακολούθησε την ίδια πολιτική. Μετά, ξανάρθαν οι Σοσιαλιστές με τον Μπερεγκοβουά και συνέχισαν την ίδια πολιτική. Μετά, ξανά η Δεξιά με τον Μπαλλαντύρ και ξανά η ίδια πολιτική. Μετά, ο Σιράκ κέρδισε τις εκλογές λέγοντας “εγώ θα κάνω κάτι άλλο” και, τελικά, έκανε κι αυτός τα ίδια.

Οι πολιτικοί είναι ανίσχυροι. Αυτό είναι βέβαιο. Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να “πηγαίνουν με το ρεύμα», δηλαδή να εφαρμόζουν μια υπερ-φιλελεύθερη πολιτική, η οποία είναι της μόδας. Κατά τη γνώμη μου, δεν πρόκειται για πολιτικούς αλλά για μικροπολιτικούς που επιδίδονται σε ψηφοθηρία με οποιοδήποτε μέσον, με το marketing, κ.λπ. Ουσιαστικά, αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν κανένα πρόγραμμα. Στόχος τους είναι: είτε η παραμονή τους στην εξουσία, είτε η επιστροφή τους σ’ αυτήν. Και για να τον πετύχουν, είναι ικανοί για όλα. Ο Μπιλ Κλίντον, για παράδειγμα, στήριξε την προεκλογική του εκστρατεία αποκλειστικά και μόνον στις μετρήσεις· το επιτελείο του, σε κάθε περίπτωση, θεωρούσε ότι η επικρατούσα γνώμη μιας μέτρησης ταυτίζεται με την κοινή γνώμη…

Οπωσδήποτε, υπάρχει ενδογενής σχέση ανάμεσα στη μηδαμινή πολιτική αυτού του είδους -ουσιαστικά, πρόκειται για το μη γίγνεσθαι της πολιτικής- και στην ασημαντότητα που χαρακτηρίζει τους άλλους τομείς’ την ασημαντότητα στις τέχνες, στη φιλοσοφία, στη λογοτεχνία. Είναι το πνεύμα του καιρού μας. Όλα συνεργούν προς αυτήν την κατεύθυνση, προς τα ίδια αποτελέσματα. Όλα οδηγούν στην ασημαντότητα.

Περίεργο επάγγελμα η πολιτική, ακόμη κι αυτή εδώ η μηδαμινή πολιτική. Γιατί; Διότι προϋποθέτει δύο ικανότητες που δεν συνδυάζονται μεταξύ τους.

  • Η πρώτη ικανότητα είναι η κατάκτηση της εξουσίας (μπορεί να έχει κανείς τις καλύτερες ιδέες, αλλά αυτό δεν χρησιμεύει, εάν δεν έχει κατακτήσει την εξουσία).
  • Η δεύτερη είναι, μετά την κατάκτηση της εξουσίας, να την αξιοποιήσει κανείς, δηλαδή να κυβερνήσει.

Τίποτα όμως δεν εγγυάται ότι κάποιος που είναι ικανός να κυβερνήσει, είναι επίσης ικανός να ανέβει στην εξουσία. Στο παρελθόν, στις απόλυτες μοναρχίες, η άνοδος στην εξουσία προϋπέθετε να κολακεύει κανείς τον βασιλιά ή να είναι ευνοούμενος της Μαντάμ Πομπαντούρ. Σήμερα, στις ψευδοδημοκρατίες μας, η άνοδος στην εξουσία προϋποθέτει να κολακεύει κανείς την κοινή γνώμη ή να έχει τηλεοπτική φωτογένεια.

Χρησιμοποίησα τον όρο «ψευδο-δημοκρατία», διότι ανέκαθεν πίστευα και πιστεύω ότι η λεγόμενη “αντιπροσωπευτική δημοκρατία” δεν είναι αληθινή δημοκρατία. Οι αντιπρόσωποι της ελάχιστα αντιπροσωπεύουν τους εκλογείς. Κατά κύριο λόγο, αντιπροσωπεύουν τον εαυτό τους, ιδιαίτερα συμφέροντα, λόμπυ, κ.λπ.  ‘Οταν λέμε ότι κάποιος με αντιπροσωπεύει για τέσσερα χρόνια, χωρίς να έχω τη δυνατότητα ανάκλησης του, αυτό σημαίνει ότι απεκδύομαι της κυριαρχίας μου. (Ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ το έχει πολύ καλά διατυπώσει: “οι Άγγλοι νομίζουν ότι είναι ελεύθεροι, επειδή εκλέγουν τους αντιπροσώπους τους κάθε πέντε χρόνια, πλην όμως είναι ελεύθεροι μόνον μία ημέρα κάθε πέντε χρόνια – την ημέρα των εκλογών».) Το πρόβλημα δεν είναι μήπως στις εκλογές γίνει νοθεία και αλλοιωθούν τα αποτελέσματα. Αλλού έγκειται το πρόβλημα. Οι εκλογές είναι υπονομευμένες, διότι οι επιλογές των ψηφοφόρων έχουν καθοριστεί εκ των προτέρων.

s-ARISTOTEΘα σας θυμίσω μια φράση του Αριστοτέλη: “Ποιος είναι πολίτης; Πολίτης είναι ο ικανός να κυβερνήσει και να κυβερνηθεί”.

Στη Γαλλία, υπάρχουν τριάντα εκατομμύρια πολίτες. Γιατί δεν είναι ικανοί να κυβερνήσουν; Διότι όλη η πολιτική ζωή στοχεύει ακριβώς στο να μη μαθαίνουν οι πολίτες πώς να κυβερνούν και, τελικά, να εμπιστεύονται στους ειδικούς το έργο της διακυβέρνησης. Υπάρχει δηλαδή μια αντι-πολιτική εκπαίδευση.  Ενώ οι άνθρωποι έπρεπε να αναλαμβάνουν όλων των ειδών τις πολιτικές ευθύνες και να παίρνουν ανάλογες πρωτοβουλίες, τελικά, εθίζονται στο να ακολουθούν και να ψηφίζουν τις πολιτικές επιλογές που άλλοι τους παρουσιάζουν έτοιμες.

Στις νεωτερικές κοινωνίες -ας πούμε από την εποχή της Αμερικανικής και της Γαλλικής Επανάστασης έως περίπου τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο- υπήρχαν φλέγουσες κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις. Αυτούς τους δύο αιώνες τους σημάδεψαν σημαντικοί αγώνες. Τότε, οι άνθρωποι έκαναν διαδηλώσεις. Όμως δεν διαδήλωναν απλώς για μια σιδηροδρομική γραμμή (χωρίς αυτό να είναι περιφρονητέο), αλλά για μεγάλα πολιτικά ιδεώδη. Τότε, οι άνθρωποι έκαναν απεργίες. Όμως δεν απεργούσαν απλώς για τα μικρά συντεχνιακά συμφέροντα τους, αλλά για μεγάλα ζητήματα που αφορούσαν όλους τους μισθωτούς.

Σήμερα, παρατηρείται σαφής υποχώρηση της πολιτικής δραστηριότητας. Όσο οι άνθρωποι εγκαταλείπουν την πολιτική δραστηριότητα και αποσύρονται στην ιδιωτική τους σφαίρα, τόσο οι γραφειοκράτες και οι μικροπολιτικοί προελαύνουν. Και οι τελευταίοι έχουν για δικαιολογία ότι “ο κόσμος δεν κάνει τίποτα… γι’ αυτόν τον λόγο αναλαμβάνουμε εμείς πρωτοβουλίες…”.

Με τη σειρά του ο κόσμος λέει ότι “δεν αξίζει τον κόπο να ανακατευόμαστε… φθάνουν τόσοι που ασχολούνται, στο κάτω-κάτω τι μπορούμε να κάνουμε εμείς;…” Και έτσι δημιουργείται φαύλος κύκλος.

Η υποχώρηση της πολιτικής δραστηριότητας συνδέεται και με την κατάρρευση των μεγάλοι πολιτικών ιδεολογιών, είτε επαναστατικών είτε ρεφορμιστικών, οι οποίες ήθελαν πραγματικά να αλλάξουν την κοινωνία. Για χίλιους δυο λόγους, αυτές οι ιδεολογίες έχασαν το κύρος τους- έπαψαν να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των καιρών, στις προσδοκίες των ανθρώπων, στην κατάσταση της κοινωνίας, στην ιστορική εμπειρία.

Η κατάρρευση του κομμουνισμού και η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης είναι ένα κεφαλαιώδες γεγονός. Κατονομάστε μου όμως έστω έναν πολιτικό -για να μην πω πολιτικάντη- της Αριστεράς, ο οποίος πράγματι να συλλογίστηκε τι συνέβη και γιατί. Ποιος πολιτικός της Αριστεράς αποκόμισε κάποια διδάγματα από τα γεγονότα αυτά;

Κι όμως η πορεία του κομμουνισμού -η πορεία προς τη θηριωδία, τον ολοκληρωτισμό, τα Γκουλάγκ έως την κατάρρευση- απαιτεί οπωσδήποτε πολύ βαθύ στοχασμό και συναγωγή συμπερασμάτων. Στοχασμό, για το τι ένα κίνημα -που θέλει να αλλάξει την κοινωνία- μπορεί ή δεν μπορεί, πρέπει ή δεν πρέπει, οφείλει ή δεν οφείλει να κάνει. Στην προκειμένη περίπτωση οι κύριοι της Αριστεράς παίρνουν ένα ολοστρόγγυλο μηδέν.

Πώς δημιουργείται, λοιπόν, ο καλός πολίτης; Ποιες ιδιότητες πρέπει να διαθέτει; Πρέπει να έχει γενικές ή ειδικές γνώσεις; Και τελικά, ποιοι πολίτες πρέπει να κυβερνούν; Αυτό το δίλημμα έχει τεθεί από τον Πλάτωνα.

Ο Πλάτων έλεγε ότι οι φιλόσοφοι -αυτοί που έχουν γενική θεώρηση των πραγμάτων και είναι πάνω από τους ειδικούς- πρέπει να βασιλεύουν, δηλαδή να κυβερνούν. Η εναλλακτική λύση στις θέσεις του Πλάτωνος είναι η αθηναϊκή δημοκρατία.

Ας πάμε στην Αθήνα του 5ου και 4ου π.Χ. αιώνα. Για τους Αθηναίους εκείνης της εποχής κάθε πολίτης, ανεξαιρέτως κάθε πολίτης, είναι ικανός να κυβερνήσει (θυμίζω ξανά τη διατύπωση του Αριστοτέλη: “πολίτης είναι ο ικανός να κυβερνήσει και να κυβερνηθεί»).

Και πώς γίνεται αυτό; Με κλήρωση! Ρίχνουν κλήρο!

Γιατί; Διότι πιστεύουν έμπρακτα ότι η πολιτική δεν είναι υπόθεση των ειδικών. Διότι πιστεύουν ότι δεν υπάρχει πολιτική επιστήμη. Υπάρχει μόνον γνώμη – “δόξα”στα αρχαία ελληνικά- περί της πολιτικής. Και θέλω να υπογραμμίσω ότι η ιδέα πως η πολιτική δεν αποτελεί υπόθεση των ειδικών και πως όλες οι γνώμες έχουν ίσην αξία, είναι η μόνη λογική δικαιολόγηση της αρχής της πλειοψηφίας.

Στην αρχαία Αθήνα, λοιπόν, τις πολιτικές αποφάσεις τις παίρνει ο λαός και όχι οι ειδικοί. Υπάρχουν όμως και εξειδικευμένες δραστηριότητες. Οι Αθηναίοι ασφαλώς δεν ήταν τρελοί να νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα…

Τι έκαναν, τότε, οι πολίτες της αρχαίας Αθήνας σε σχέση με αυτό το θέμα; Πώς το αντιμετώπισαν; Έκαναν κάτι πάρα πολύ ενδιαφέρον. Δημιούργησαν τις εκλογές. Σωστά ή λάθος, πάντως τις δημιούργησαν. Και αυτό είναι γεγονός ιστορικά τεκμηριωμένο.

Για τις εξειδικευμένες δραστηριότητες και μόνον γι’ αυτές -για την κατασκευή ναυπηγείων, για την ανέγερση ναών, για τη διεξαγωγή του πολέμου- χρειάζονται οι ειδικοί! Και αυτούς, τους ειδικούς, οι Αθηναίοι πολίτες τους εκλέγουν! Να ποιο είναι το νόημα των εκλογών. Διότι εκλογές σημαίνει εκλογή των καλυτέρων.

Αλλά πώς μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο; Πώς επιτυγχάνεται η εκλογή των καλυτέρων; Εδώ υπεισέρχεται ο όρος «εκπαίδευση του λαού». Ο λαός καλείται να επιλέξει, να εκλέξει. Οι Αθηναίοι, λοιπόν, εκλέγουν κάποιον για πρώτη φορά. ‘Εστω ότι κάνουν λάθος. ‘Εστω, ότι διαπιστώνουν, για παράδειγμα, πως ο Περικλής είναι ένας θλιβερός στρατηγός. Τι κάνουν σε μιαν τέτοια περίπτωση; Απλούστατα, δεν τον ξαναεκλέγουν ή τον ανακαλούν. Όμως, προκειμένου να έχει ουσία η γνώμη -η «δόξα»- των πολιτών για τα κοινά, θα πρέπει να έχει καλλιεργηθεί. Αλλά με ποιον τρόπο καλλιεργούν τη “δόξα” τους τη σχετική με τη διακυβέρνηση οι Αθηναίοι πολίτες; Μα βέβαια κυβερνώντας! Ως εκ τούτου, η αθηναϊκή δημοκρατία -και αυτό είναι το σημαντικό αποτελεί μια υπόθεση εκπαίδευσης και αγωγής των πολιτών. (Αυτή η καίριας σημασίας διάσταση, καθώς όλοι γνωρίζουμε, λείπει εντελώς σήμερα.)

Πρόσφατα, ένα γαλλικό περιοδικό δημοσίευσε τα αποτελέσματα μιας έρευνας, σύμφωνα με την οποία το 60% των βουλευτών στη Γαλλία ομολογούν ότι δεν έχουν ιδέα από οικονομία! Πρόκειται για τους βουλευτές, που αποφασίζουν να αυξηθούν ή να μειωθούν οι φόροι, που αποφασίζουν συνεχώς, ενώ δεν έχουν ιδέα από οικονομία… Τελικά, οι βουλευτές, όπως και οι υπουργοί, είναι υπόδουλοι των τεχνικών συμβούλων τους. Συμβουλεύονται τους δικούς τους ειδικούς, πλην όμως έχουν και οι ίδιοι προκαταλήψεις ή προτιμήσεις.

Εάν παρακολουθήσετε από κοντά τη λειτουργία μιας κυβέρνησης ή ενός μεγάλου γραφειοκρατικού μηχανισμού, θα διαπιστώσετε ότι οι κυβερνώντες και οι υπεύθυνοι εμπιστεύονται τους ειδικούς. Ωστόσο, επιλέγουν πάντα εκείνους τους ειδικούς που συμμερίζονται τις δικές τους απόψεις. Πάντα βρίσκεται ένας οικονομολόγος που θα πει “ναι, κύριε υπουργέ, όπως το λέτε πρέπει να γίνει”. Πάντα βρίσκεται ένας ειδικός για θέματα στρατιωτικά που θα πει «ναι, χρειάζεται πυρηνικός εξοπλισμός» ή «όχι, δεν χρειάζεται πυρηνικός εξοπλισμός » και ούτω καθεξής… Πρόκειται για ένα εντελώς ανόητο παιχνίδι, πλην όμως έτσι κυβερνόμαστε σήμερα.

Επανέρχομαι στο δίλημμα: «ο πολίτης πρέπει να έχει γενικές ή ειδικές γνώσεις;». Η δική μου απάντηση: πρώτον, οι ειδικοί στην υπηρεσία των πολιτών και όχι στην υπηρεσία κάποιων πολιτικών δεύτερον, οι πολίτες κυβερνώντας μαθαίνουν να κυβερνούν… Αλλά, για να είναι σε θέση οι άνθρωποι να ασχοληθούν με τα κοινά, θα πρέπει να έχουν λάβει την ανάλογη παιδεία. Όμως, η σύγχρονη παιδεία δεν έχει απολύτως καμία σχέση με αυτό το αίτημα. Στο σχολείο, ουσιαστικά, παίρνουμε εξειδικευμένες γνώσεις. Το σχολείο θα έπρεπε να είναι ιδιαιτέρως στραμμένο στα κοινά. Στο σχολείο θα έπρεπε να αναλύεται σε βάθος κάθε τι που αφορά τους οικονομικούς, τους κοινωνικούς και τους πολιτικούς μηχανισμούς. Θα έπρεπε να υπάρχουν μαθήματα πραγματικής ανατομίας της σύγχρονης κοινωνίας.

Αλλά τι λέω τώρα… Εδώ τα σχολεία είναι ανίκανα να διδάξουν ακόμη και Ιστορία. Τα παιδιά βαριούνται στο μάθημα της Ιστορίας, ένα μάθημα που θα έπρεπε να είναι συναρπαστικό.

Πολλά πράγματα πρέπει να αλλάξουν, εάν θέλουμε να μιλήσουμε για αληθινή εκπαιδευτική δραστηριότητα στο πολιτικό πεδίο. Κάτι τέτοιο, προϋποθέτει αλλαγή των θεσμών. Προϋποθέτει νέους θεσμούς που να επιτρέπουν -και όχι να αποτρέπουν, όπως οι σήμερον ισχύοντες- την ενεργό συμμετοχή των πολιτών στα κοινά.

Ας εξετάσουμε, τώρα, για λίγο, τη σχέση του ανθρώπου με τη γνώση και με την πίστη. Στον 20ό αιώνα γνωρίσαμε την άκρατη κυριαρχία της ιδεολογίας -της ιδεολογικής πίστης- με την αυστηρή έννοια και, θα έλεγα, με την κακή έννοια του όρου.

Ας πάρουμε ένα παράδειγμα από τη δεκαετία του ’70. Ας πάρουμε τις μαοϊκές ομάδες. Το πρόβλημα με τους μαοϊκούς δεν έγκειται στην άγνοια τους για το τι πραγματικά συνέβαινε στην Κίνα. Οι μαοϊκοί, είτε είχαν μυηθεί στο δόγμα από τους καθοδηγητές τους, είτε το είχαν δεχτεί από μόνοι τους χωρίς την παρεμβολή τρίτων. Το πρόβλημα λοιπόν βρίσκεται στο ότι οι ίδιοι -με τον ένα ή τον άλλο τρόπο- αποδέχτηκαν μιαν τέτοιου τύπου χειραγώγηση. Γιατί; Για ποιον λόγο; Διότι ήταν ανάγκη να είναι χειραγωγημένοι. Διότι είχαν ανάγκη να πιστεύουν. Και αυτό ακριβώς το θέμα ήταν ανέκαθεν η μεγάλη πληγή του επαναστατικού κινήματος.

Η γνώση και η πίστη. Ο Αριστοτέλης, στον οποίο συνεχώς αναφέρομαι και για τον οποίο έχω απέραντο σεβασμό, έχει πει κάτι – δεν μπορώ να πω ότι είναι ανοησία, δεδομένου ότι πρόκειται για τον Αριστοτέλη, που δεν είναι σωστό: “ο άνθρωπος είναι ζώον, το οποίο επιθυμεί τη γνώση”. Δεν συμφωνώ.

Από την πλευρά μου υποστηρίζω ότι ο άνθρωπος δεν είναι ζώον, το οποίο επιθυμεί τη γνώση, αλλά ζώον το οποίο επιθυμεί την πίστη και, ακριβέστερα, τη βεβαιότητα μιας πίστης’ εξ ου η μεγάλη δύναμη των θρησκειών, εξ ου η μεγάλη δύναμη των πολιτικών ιδεολογιών.

Στο ξεκίνημα του, το εργατικό κίνημα χαρακτηριζόταν από έντονα κριτική στάση. Θυμηθείτε τους δύο πρώτους στίχους από το δεύτερο κουπλέ της Διεθνούς, που εξ άλλου είναι ο ύμνος της Κομμούνας: “δεν υπάρχει υπέρτατος Σωτήρας ούτε Θεός” (άρα, εξοβελίζεται η θρησκεία), “δεν υπάρχει Καίσαρ ούτε Αρχηγός” (άρα, έξω κι ο Λένιν)! Είδαμε όμως τι επακολούθησε …. Είδαμε πού οδήγησε η ανάγκη για πίστη… Άραγε, μετά από όλα όσα έχουν συμβεί, γίναμε σήμερα τουλάχιστον λίγο πιο σοφοί; Νομίζω ότι η εξέλιξη στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης καθώς και η εξέλιξη γενικώς της κοινωνίας έχουν συμβάλει, ώστε να αποκτήσουν οι άνθρωποι κάπως πιο κριτική διάθεση. Βέβαια, η ανάγκη για πίστη παραμένει. Υ’πάρχει πάντα ένα ποσοστό που διακαώς αναζητεί την πίστη’ μιαν πίστη. ‘Ετσι, βλέπουμε σε άλλες χώρες -όχι τόσο στη Γαλλία- φαινόμενα και, κινήματα, όπως η σαϊεντολογία, οι διάφορες σέχτες, ο φονταμενταλισμός.

Χωρίς αμφιβολία, σήμερα, η στάση των ανθρώπων είναι πιο κριτική και πιο σκεπτικιστική από ό,τι ήταν στο παρελθόν. Είναι όμως μια στάση που αναστέλλει τη δράση.

Στο σημείο αυτό θα θυμήσω ότι ο Περικλής στον Επιτάφιο λέει στους Αθηναίους πως μόνον αυτοί έχουν κατορθώσει, ώστε η σκέψη τους να μην αναστέλλει τη δράση τους! Καταπληκτικό! Και προσθέτει: “εις τους άλλους, αντιθέτως, η μεν αμάθεια γεννά θράσος, η δε σκέψις ενδοιασμόν». (Θουκιδίδου Ιστορίαι, μτφ. Ελ. Βενιζέλου, Βιβλίο Β’, κεφ. 38-41.)

Τις τελευταίες δεκαετίες διανύουμε μιαν περίοδο κατάργησης των φραγμών και των ορίων σε όλους τους τομείς. Αυτό συνεπάγεται την επιθυμία του απεριόριστου. Πρόκειται για μια μορφή απελευθέρωσης, που υπό μιαν έννοια αποτελεί μεγάλη κατάκτηση. Πρέπει όμως επίσης να μάθουμε -και αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία- να αυτοπεριοριζόμαστε, τόσο ως άτομα όσο και ως σύνολο. Η καπιταλιστική κοινωνία σήμερα είναι μια κοινωνία που από κάθε άποψη οδεύει προς την καταστροφή της’ μια κοινωνία ανίκανη να αυτοπεριοριστεί. Όμως μια πραγματικά ελεύθερη κοινωνία, μια κοινωνία αυτόνομη, πρέπει να ξέρει να αυτοπεριορίζεται.

Ο αυτοπεριορισμός ισοδυναμεί με απαγόρευση, θα υποστηρίξουν ορισμένοι. Όχι. Δεν εννοώ απαγόρευση με την έννοια της καταστολής. Εννοώ, να ξέρουμε ότι υπάρχουν πράγματα που δεν πρέπει να τα επιθυμούμε ή που δεν πρέπει να τα κάνουμε.

Παράδειγμα, το περιβάλλον. Καταστρέφουμε τον πλανήτη, στον οποίο ζούμε. Σκέφτομαι τα θαύματα: το Αιγαίο Πέλαγος, τις χιονισμένες οροσειρές, την «όψη» του Ειρηνικού ωκεανού από μια γωνιά της Αυστραλίας, το Μπαλί, τις Ινδίες, την επαρχία της Γαλλίας που την ερημώνουμε. Όσα θαύματα, τόσες καταστροφές. Καταστρέφουμε τον πλανήτη, ενώ θα έπρεπε να είμαστε οι κηπουροί του. Θα έπρεπε να τον θεραπεύουμε, δηλαδή να τον καλλιεργούμε και να τον φροντίζουμε έτσι όπως είναι. Μια τέτοια δραστηριότητα θα έπρεπε να αποτελεί βάση και προσανατολισμό της ζωής μας. Αλλά αυτή είναι πολύ δύσκολη αποστολή.

Προφανώς όμως όλα τα παραπάνω δεν έχουν σχέση ούτε με το σημερινό σύστημα, ούτε με το σημερινό κυρίαρχο φαντασιακό. Το φαντασιακό της εποχής μας είναι το φαντασιακό της απεριόριστης επέκτασης και της συσσώρευσης άχρηστων πραγμάτων… Δηλαδή; Δηλαδή, μια τηλεόραση σε κάθε δωμάτιο, ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής σε κάθε δωμάτιο και ούτω καθεξής. Σ’ αυτό το φαντασιακό στηρίζεται το σύστημα. Και είναι αυτό ακριβώς που πρέπει να καταστραφεί.

Τι θα μπορούσε λοιπόν να προτείνει κανείς για τη σημερινή κατάσταση, δεδομένου ότι είναι πολύ εύκολο να παρασυρθούμε, να αφεθούμε; (Ως γνωστόν, ο άνθρωπος είναι ζώον οκνηρόν.) θα καταφύγω και πάλι στους αρχαίους. Υπάρχει μια υπέροχη φράση του Θουκυδίδη: “πρέπει να δικλέξουμε ανάμεσα στην οκνηρία και την ελευθερία»! Αλλά και ο Περικλής, εάν δεν κάνω λάθος, έλεγε στους Αθηναίους: «εάν θέλετε να είστε ελεύθεροι, πρέπει να εργάζεστε»!

Η ελευθερία είναι δραστηριότητα. Μια δραστηριότητα, η οποία ξέρει τα όρια της, ξέρει να αυτοπεριορίζεται. Η ελευθερία γνωρίζει ότι όλα μπορεί να τα κάνει, αλλά επίσης γνωρίζει ότι δεν πρέπει να τα κάνει όλα. Αυτό είναι, για μένα, το μεγάλο πρόβλημα της δημοκρατίας και του ατομικισμού.__

**************Castoriadis

Τον Νοέμβριο του 1996, ο Κορνήλιος Καστοριάδης δέχτηκε τον δημοσιογράφο Ντανιέλ Μερμέ και συζήτησε μαζί του -με αφορμή το βιβλίο του Η άνοδος της ασημαντότητας (La montee de Γ insigni- Gance., εκδ. Seuil, 1996)- στο πλαίσιο της εκπομπής La-has si j’y suis του δημοσίου ραδιοφωνικού σταθμού France Inter. Μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση. Τον Δεκέμβριο του 1997, η France Inter επανέλαβε την εκπομπή με θλιβερή αφορμή τον θάνατο του. Τις επόμενες ημέρες πολλοί ακροατές τηλεφωνούσαν στον σταθμό και ζητούσαν το ((κείμενο της εκπομπής»’ το αίτημα τους ικανοποιήθηκε. Αυτή η η ραδιοφωνική συζήτηση δημοσιεύτηκε, με μορφή ενιαίου κειμένου, στην Ελευθεροτυπία (20.7.1998) και έναν μήνα αργότερα στη Monde Diplomatique (Αύγουστος 1998), ενώ το φθινόπωρο του ίδιου έτους κυκλοφόρησε σε μια μικρή έκδοση με τίτλο Υστερόγραφο στην ασημαντότητα (Postscriptum sur Γ insignifiance, εκδ. L’Aube, 1998).

by Αντικλείδι , http://antikleidi.com