The idealized concept of love


I do not remember the path I took, but today my thoughts guided me to the realm of love. One of the things we do not get prepared to grasp as we grow, is the uncomfortable truth that love does not guarantee bliss. The concept of love we learn is full of idealizations that deprive us of a good measure of tolerance to frustration. We tend to believe in the omnipotence of love, in the concept of true love that stays forever unchanged, in the existence of the ideal match or soul mate and the ultimate need to pursue for her/him. We put our love on the objects around us whether this is people, things, institutions, abstract concepts and tend to ignore the rather disruptive clues to our phantasy. Life itself simply cannot be accepted to disrupt the permanent magical cloud we would wish to be on to. When there is love, all will be ok we quote and cling to this belief like we unraveled the most profound truth. If we love someone, he/she should be as we desire him/her by design and we fall apart when reality shows otherwise. Within the state of love we tend to exaggerate every positive trait of our beloved and reduce any flaws to nothing or even love the flaws as well. More than few people believe true love means that someone can know instinctively what the loved one needs without any words to be involved. But love is not a means to an end, it is not a way of acquiring what we think we need. We love someone and he/she becomes ours, not permitted to have his own mind and feeling. We craft our emotional well-being solely around the attainment of another person. And wanting to be endlessly, unconditionally loved, we think we should do the same, choking back our self. We grasp love as a “give and take” must be condition. But all of the above are not sustainable for long, so there is pain, frustration, anger, betrayal but these we cannot accept, so we fear them.

It seems like a core human need to feel pure, untainted love, to construct it and preserve it no matter what. The mother’s love, the family love, the God of love, the love for our country, the love for our football team, a music band e.t.c. On the altar of retaining love sacrifices are made and infinite pain is sometimes justified. We need love to push back the fear of solitude and the ultimate fear of death. These are definitely a couple of the strongest motivations at play, but even for these love will not indefinitely suffice, if we do not nurture the principle of reality in ourselves.

I feel that I must add a necessary remark right here. Love is great and amazing and maybe it is the greatest human experience, one of the greatest for sure. All kinds of love are notable each in its own right and they undoubtedly make life more bright and meaningful. It is not wrong to desire to love and to be loved, but your self is not forfeit without it. It is important to redefine its relative position in the grand scheme of our existence and we cannot simply ignore other unavoidable aspects of human nature which distort our delusions of control, grandiosity and perfection. The sooner we let ourselves elaborate on this, we will be relieved.

We ourselves will at many points think, feel and act in ways that contradict the idealized concept of love. The whole concept of caring for others includes to act in ways that are not compatible with like or love. It goes to this : We are frustrated when not likeable things happen like children do and we do not get trained to accept that our frustration and discomfort is not reason enough to believe we are entitled to exactly what we want despite of life, society, reality.

Spiros Kalimeris Psychiatrist Psychotherapist


Σκληρές κουβέντες

Μερικές φορές δεν υπάρχει χώρος για πολλά πολλά πέρα από καθαρή οργή. Η λογική έχει καταλυθεί, η υποκρισία έχει πιάσει κόκκινο, η βλακεία επίσης και η απώλεια της ελπίδας καραδοκεί στη γωνία

όταν η πλειοψηφία περιγράφεται μονίμως από αυτά :

«Είμαστε χρεοκοπημένοι, αδιόρθωτοι, ανεπίδεκτοι, καταδικασμένοι. Η χώρα μας δε λειτουργεί, οι άνθρωποί της δεν θέλουν να το πάρουν χαμπάρι ή δεν τους νοιάζει, κανένας δεν ενδιαφέρεται να διορθώσει τίποτε, κανείς δεν αναγνωρίζει καν την ανάγκη να ζήσουμε όλοι μαζί, υποτυπωδώς συντονισμένα. Είμαστε ο καθένας μόνος του, ανίκανοι να αντιμετωπίσουμε κοινούς κινδύνους γιατί δεν θέλουμε ν’ αναγνωρίσουμε τίποτε κοινό.»

τα οποία γράφει μεταξύ άλλων ο ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ στο άρθρο «Η εθνική μας κατάθλιψη»

Η μειοψηφία που ΔΕΝ περιγράφεται από αυτά είναι σε αδιέξοδο γιατί από τη μια διαθέτει το ρεαλισμό/μηχανισμό άμυνας να αποστασιοποιείται για να αντέξει και να διαβιώσει όσο καλύτερα μπορεί, από την άλλη οι δυσκολίες της διαβίωσης αυτής που προκαλούνται από την πλειοψηφία και τους εκπροσώπους της δεν παύουν να δοκιμάζουν τα όριά της.

Υπάρχει μια μερίδα ανθρώπων, δεν ξέρω πόσοι μπορεί να είναι, πάντως λιγότεροι από τους υπόλοιπους, που επιθυμεί την αρμονία, που είναι εξωστρεφής, όχι με την έννοια που κάποιος έχει 5000 φίλους βέβαια, αλλά που έχει στραμμένη την προσοχή της και προς τα έξω, το περιβάλλον και τους ανθρώπους και νοιάζεται πραγματικά. Αν κάποιοι το βιώνουν πιο έντονα για λόγους που μόνο η ψυχανάλυση μπορεί να εξηγήσει, αυτό ίσως να ισχύει. Πάντως αυτοί οι λίγοι δεν έχουν και πολλές επιλογές στην παρούσα κατάσταση.

Οι σκληρές κουβέντες είναι πιθανώς μια ήσσονα εκτόνωση. Κατά βάθος ίσως υπάρχει και η αυταπάτη ότι οι σκληρές κουβέντες θα διαπεράσουν ή και θα πονέσουν ακόμη τη χοντροπετσιά…

Evolution Path


Στο ίδιο απογοητευτικό έργο

Σε μια χώρα γεμάτη παράδοξα, είναι από τα highlight το εξής. Παραμελούμε 365 μέρες το χρόνο την ίδια την κοινωνία για την οποία επιδεικνύουμε όψιμο και βραχύ ενδιαφέρον στα λόγια και στα συναισθήματα όταν συμβεί κάποιο βαρύ γεγονός. Η αλήθεια που κάποτε πρέπει να αντικρύσουμε με εντιμότητα είναι ότι στην καθημερινή μας ζωή τίποτα (ή σχεδόν για κάποιους) από αυτά που κάνουμε δε θέτει ως προτεραιότητα το καλό της κοινωνίας, αλλά το ατομικό «καλό». Αυτά τα δύο είναι αποσυνδεδεμένα στον εγκέφαλό μας.

Το κράτος που κατηγορούμε είμαστε εμείς. Κάποτε πρέπει να αρχίσουμε να μαθαίνουμε από την εμπειρία ως σύνολο και όχι μόνο ως άτομα.




Αυθαίρετη δόμηση.

Ρύπανση περιβάλλοντος.









Και πολλά άλλα.

Τι να λέμε ξανά. Για τη μικροπολιτική σκοπιμότητα? Για τα τεράστια οικονομικά συμφέροντα που πάντα επικρατούν? Έχουν ειπωθεί. Ε και?

Ακόμη μια μεγάλη τραγωδία συνέβη και δεν υπάρχει χώρος για αναλύσεις αυτή τη στιγμή. Στον όψιμο ανθρωπισμό και στη συναισθηματική σύμπλευση την ώρα της κρίσης είμαστε πάντα διακριθέντες. Η ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΟΔΥΝΗΣ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ ΔΕ ΛΥΝΕΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΚΑΠΟΤΕ ΑΝΤΙΛΗΠΤΟ. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΘΑ ΛΥΘΕΙ ΜΕ ΕΝΑΣΧΟΛΗΣΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ & ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ.

Αναρωτιέμαι πώς νιώθουν οι πληγέντες και οι χαροκαμένοι και αν οι αμέτρητες εκδηλώσεις συμπαράστασης που κυκλοφορούν έχουν την οποιαδήποτε επίδραση πάνω τους.. Καθηλωτικό σοκ. Βαριά θλίψη. Πηγαίος θυμός για το τι θα μπορούσε να γίνει προς αποφυγή της απώλειας. Οι περισσότεροι θα ξεπεράσουν τα τραύματά τους με το πέρας του χρόνου, όμως αυτό που καταγράφεται στον ψυχισμό δε νομίζω ότι μπορεί να περιγραφεί επαρκώς με λόγια. Είναι εν μέρει ΑΝΕΙΠΩΤΟ.

Evolution Path

Το διαφορετικό και η αποδοχή

Στο πλαίσιο της κοινωνικοποίησης κάθε ανθρώπου θα μπορούσε να λεχθεί ότι υπάρχει μια εσωτερίκευση στην αντίληψη ότι το οτιδήποτε διαφορετικό είναι προβληματικό (ή δεν είναι καλό, είναι κακό). Το διαφορετικό είναι μη αποδεκτό και το προβληματικό είναι μη αποδεκτό. Έτσι δημιουργείται μια στάση μη αποδοχής και προς άλλους και προς τον εαυτό μας, όταν ερμηνεύεται το οτιδήποτε ως διαφορετικό. Η εσωτερίκευση αυτή μετατρέπεται σε  μηχανισμό καταπίεσης γιατί η θεώρηση του διαφορετικού δεν έχει να κάνει μόνο με το φύλο, το χρώμα, τη ράτσα, τη θρησκεία, τη σεξουαλική κατεύθυνση. Με πόσους μικρούς τρόπους μπορεί να διαφέρει κανείς από τους άλλους? Σχετίζεται και με κάθε σκέψη, άποψη, πεποίθηση, αντίληψη, συναίσθημα, συμπεριφορά, στοιχείο χαρακτήρα που δεν εντοπίζουμε ότι το έχουν οι γύρω μας. Κάθε τι non correct, που δε ταιριάζει με το υφιστάμενο status quo. Οι κανόνες καλής συμπεριφοράς (savoir vivre) διογκώνονται, διευρύνονται και μετατρέπονται σε ασφυκτικά δεσμά που εγκλωβίζουν. «Πρέπει να νιώθω έτσι?», «Τι θα πουν οι άλλοι?», «Μήπως είμαι προβληματικός?» είναι βασανιστικά ερωτήματα στον εσωτερικό διάλογο. Και ακολουθούν έντονα αισθήματα ντροπής και ενοχής και μια σύγκρουση, ένας εσωτερικός διχασμός μεταξύ του πρέπει και του είμαι.

Ο φόβος της απομόνωσης/μοναξιάς παραμονεύει πίσω από τη γνωστοποίηση της διαφορετικότητας. Εξίσου απειλητικός είναι και ο φόβος της αποτυχίας. Πρόκειται για ακόμη μια εσωτερικευμένη τάση στη σημερινή κοινωνία, η οπτική των πραγμάτων βάσει ενός φίλτρου προσωπικής επιτυχίας ή αποτυχίας, αφού το άτομο μέσα στην «παντοδυναμία» του μπορεί ή δεν μπορεί να ελέγχει τα πάντα. Το διαφορετικό λοιπόν δεν είναι εγγυημένο, προϋποθέτει ρίσκο και άρα ανασφάλεια. Ενώ το «ίδιο» είναι ασφαλές. Πόσοι από μας ανάμεσα σε δύο διπλανά εστιατόρια δε θα επιλέξουμε αυτό που έχει περισσότερο κόσμο («για να έχει πιο πολύ κόσμο, θα είναι καλύτερο»).

Κάποιοι δεν ξέρουν καν ότι βιώνουν αυτή τη σύγκρουση, δηλαδή μεταξύ σε αυτό που ο αληθινός εαυτός τους θα ήθελε να κάνει και μεταξύ αυτό που «πρέπει» να κάνουν. Άλλοι απωθούν και αμύνονται απέναντι στη δύσκολη αυτή κατάσταση ποικιλοτρόπως. Ο διχασμός μπορεί να δημιουργήσει δύο διαφορετικές εκφάνσεις του εαυτού, μία δημόσια και μία ιδιωτική. Η συντήρηση και των δύο είναι κοπιαστική, προκαλεί σύγχυση και συνεχή αρνητικά συναισθήματα που και αυτά χρειάζονται επιπλέον κόπο στη διαχείρισή τους.

Η εντύπωση ότι ο πραγματικός μας εαυτός δεν είναι αρκετά καλός ώστε να είναι αποδεκτός και ελεύθερος να εκφράζεται είναι μια διαρκής ανοιχτή πληγή.


Το Θάρρος

..Είναι άκρως ενδεικτικό, σχεδόν κανόνας, ότι το ηθικό θάρρος κάπου πηγάζει από την τέτοιου είδους ταύτιση, δια της ευαισθησίας, με όσα υφίστανται και υπομένουν οι συνάνθρωποί του. Μπαίνω στον πειρασμό να ονομάσω αντιληπτικό αυτό το είδος θάρρους, καθώς εξαρτάται από την ικανότητα του ατόμου να αντιλαμβάνεται, να αφήνει τον εαυτό του να βλέπει τα πάθη των άλλων. Αν επιτρέψουμε στον εαυτό μας να βιώσει το κακό, θα αναγκαστούμε να κάνουμε κάτι γι’ αυτό. Είναι παγκοίνως αναγνωρίσιμη αλήθεια ότι, όσο δε θέλουμε να μπλέξουμε, όσο δε θέλουμε να αντιμετωπίσουμε ακόμα και το θεωρητικό ερώτημα αν θα προστρέξουμε σε βοήθεια κάποιου που υφίσταται άδικη μεταχείριση ή όχι, κλείνουμε τις πόρτες της αντίληψής μας, γινόμαστε τυφλοί στον πόνο του άλλου, απομονώνουμε την ενσυναίσθησή μας από το πρόσωπο που χρειάζεται βοήθεια. Γι’ αυτό και η πιο έκδηλη μορφή δειλίας στις μέρες μας κρύβεται πίσω από τη φράση «δεν ήθελα να μπλέξω»..


Rollo May

Διαχρονικό απόσπασμα από “Το Θάρρος της Δημιουργίας” 1975



Δικό μου είναι το παιδί, ό,τι θέλω το κάνω. Τέρμα. Κουβέντα δεν σηκώνω. Αμα ξυπνάω στραβά το μαλώνω, άμα έχω νεύρα το πλακώνω. To ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο έλεγε ο μακαρίτης ο πατέρας μου. Μαύρο μ’ έκανε με τη λουρίδα και μια χαρά άνθρωπος βγήκα, τι λέμε τώρα. Και κάτι αδερφίστικα δυσλεξίες, κάτι μαθησιακά του κώλου εμείς τότε δεν τα είχαμε. Τότε ο ανορθόγραφος ήταν βλάκας, ο αδιάβαστος τεμπελόσκυλο κι ο υπερκινητικός σκατόπαιδο. Απλά πράγματα.
Ετσι μεγαλώναμε, έτσι προκόψαμε. Αν δεν σε ξεφτιλίσει ο δάσκαλος μπροστά σ’ όλα τα παιδιά, πώς θα μάθεις γράμματα ρέεεειιι; Αν δεν βγάλει τη βίτσα να σου λιανίσει τα δάχτυλα, ξύλο απελέκητο θα μείνεις.
Ετσι τα βρήκαμε, έτσι τα μάθαμε, εμείς θα τ’ αλλάξουμε; Μπουνιές, κλωτσιές, νηστεία και προσευχή. Μ’ αυτό τον τρόπο γονείς και δάσκαλοι μας μεταλαμπάδευσαν τις μεγάλες αρχές του Ελληνισμού. Και γίναμε ωραίοι και γίναμε νοικοκυραίοι και γίναμε αθρώποι, μην τα θυμάμαι, μαλάκα μου, ωραία χρόνια, αξέχαστα.

Το παιδί είναι δικό μου, ρέεειιι. Δι-κο-μου. Κτήμα μου. Ιδιοκτησία μου. Δεν θα μου πεις εσύ πώς θα το μεγαλώσω. Μάθαμε τώρα, εκπαιδευτικοί, κράτος, παιδοψυχολόγοι, παιδοψυχίατροι, όλοι κάνουν τον δερβέναγα στα ξένα κουμάντα.
Ηρθα εγώ, ρε γίδι, να σου πω πώς θα μεγαλώσεις το δικό σου το παιδί; Μπήκα εγώ σπίτι σου να σου πω μην καπνίζεις μπροστά του; Που θα με βγάλεις εμένα όξω να ξεροσταλιάζω στα μπαλκόνια. Λες και πάθαμε τίποτα εμείς που ο πατέρας μες στη μούρη μας τον ξεφύσαγε τον καπνό. Σε σπίτια ντουμάνια μεγαλώσαμε ρέεειιι. Γι’ αυτό γίναμε άντρες κι όχι φλώροι.
Δικό μου είναι το παιδί, ό,τι θέλω το κάνω. Αν θα το εμβολιάσω ή όχι, δικιά μου δουλειά. Δικιά μου η ιλαρά-τραγωδία. Κι αν πάει σχολείο και κολλήσει ιλαρά τ’ άλλα παιδάκια, τι να πω, τόσο στόκοι είναι οι γονείς τους και δεν τα εμβολιάζουνε;
Αλλο εγώ. Εμείς στο σόι μας είμαστε θεριά, πιάνουμε την πέτρα και τη στύβουμε, καταπίνουμε βίδες για κολατσό. Το δικό μου το παιδί έχει κράση σίδερο, ίδιος ο πάππους που στα πανηγύρια μάσαγε τις κιγκαλερίες και τις έφτυνε. Σιγά μην πάθει ιλαρά τού Γαρδούμπακα τ’ αγγόνι, τι είναι ρε ο γιος μου, καμιά αδελφούλα, καμιά εμπριμέ με τα ουράνια τα τόξα, ουστ να μου χαθούν. Δεν κωλώνουμε εμείς, είμαστε Ελληνες, Ελληνες ρέεεειιι, εμείς διώξαμε τον Δράμαλη απ’ τα Δερβενάκια ρέεεειιι, χέσε με, ρε ιλαρά, τράβα πλύνε κάνα πιάτο.
Ε μα πια, κάποιος πρέπει να σας την πει γιατί μας τα πρήξατε κανονικά. Να μη δέρνω, να μην καπνίζω, να μη βρίζω, να μην οδηγώ πιωμένος. Αν δεν οδηγήσω πιωμένος, πώς θα γυρίζω σπίτι μου απ’ την Πάολα ρεεειιι; Τι λε, ρε γίδι, που θα μου στερήσεις εσύ εμένα όλες τις μικρόχαρες της ζωής – ξύλο, τσιγάρο και πιοτί;

Είναι η γυναίκα ΜΟΥ, το παιδί ΜΟΥ, το σκυλί ΜΟΥ, το σπίτι ΜΟΥ. Και στο σπίτι ΜΟΥ κάνω κουμάντο εγώ. Αφού δεν μπορώ να κάνω στη δουλειά. Με βρίζουν και τους λέω ψιχαλίζει. Ο πρόεδρος ξεσπάει στον διευθυντή, ο διευθυντής στον προϊστάμενο, ο προϊστάμενος στον υπάλληλο, ο υπάλληλος στον κλητήρα, ο κλητήρας στο παιδί του και το παιδί του στον σκύλο. Ετσι τα βρήκαμε, εμείς θα τ’ αλλάξουμε;
Και μη με παρεξηγάς, φίλε. Δεν είμαι κακός άθρωπος. Αν το παιδί μου πάθει ιλαρά, γονιός είμαι, το πονάω, δεν θα τ’ αφήσω έτσι. Με τα πρώτα συμπτώματα αμέσως θα τρέξω να προσκυνήσω την Αγία Παντόφλα.