Φυσιολογικότητα

«Η ποικιλομορφία και η διαφορετικότητα δεν είναι φυσιολογικότητα».

Ορίζεται κάπως η φυσιολογικότητα? Δε μιλάμε για την ιατρική σημασία και δεν τίθεται θέμα ποσοτικής ή ποιοτικής μετρησιμότητας. Η φυσιολογικότητα είναι σχετική έννοια ανάλογα με την πολιτιστική ταυτότητα. Επομένως η φυσιολογικότητα είναι κοινωνική κατασκευή (social constructionism). Τα όρια της φυσιολογικότητας καθορίζονται από τις ερμηνείες μας για τη στάση των άλλων απέναντί μας. Είναι φυσιολογικό αυτό που κάνουν οι άλλοι εξ’ ορισμού? Η φυσιολογικότητα των άλλων, ο μπαμπούλας που πρέπει να ακολουθήσουμε ψυχαναγκαστικά για να μη νιώσουμε άσχημα. Αν δεν είσαι ίδιος νιώθεις άσχημα. Η διαφορετικότητα εσωτερικεύεται ως προβληματικότητα και άρα πρέπει να απομονωθεί για να μη διαταράξει τη «φυσιολογική» ομοιομορφία.

Βλέπε εδώ : Το διαφορετικό και η αποδοχή και εδώ : Το κριτήριο είναι το τι κάνουν οι άλλοι

Η φυσιολογικότητα είναι έννοια που εμπεριέχει μια συγκριτική παράμετρο. Δηλαδή το φυσιολογικό υπάρχει σε σύγκριση με κάτι το μη φυσιολογικό που επίσης υπάρχει. Αντίστροφα αν δεν υπήρχε το μη φυσιολογικό θα υπήρχε και λόγος ύπαρξης του φυσιολογικού. Φυσικά αυτοί που κατακρίνουν και απομονώνουν το μη φυσιολογικό δε θα σκεφτούν ποτέ κάτι τέτοιο και πως χωρίς το «μη φυσιολογικό» θα είχαν στερηθεί ένα από τα μεγάλα νοήματα της ύπαρξής τους : να διαιωνίσουν τη φυσιολογικότητά τους ως μέσο αποδοχής και αναγνώρισης.

«Κερασάκι» : Οι «φυσιολογικοί» εμμέσως απορρίπτουν οι ίδιοι τον εαυτό τους και νιώθουν άσχημα αφού στην πραγματικότητα που μόνο αυτοί γνωρίζουν (γιατί την αποκρύπτουν επιμελώς) ούτε αυτοί είναι τόσο ομοιόμορφοι όσο θα «έπρεπε».

Η απομόνωση του διαφορετικού υπάρχει και λέγεται κοινωνικό στερεότυπο, στίγμα και ρατσισμός. Όμως όταν θέλουμε επαφή, αποδοχή, ένταξη μπορούμε να το επιδιώξουμε. Αν δεν το κάνουμε, λέμε ότι φοβόμαστε την κριτική των άλλων και τη δική μας αντίδραση απέναντι στην κριτική. Μήπως όμως μερικές φορές υπάρχει και κάτι άλλο? Δηλαδή ότι και εμείς μπορεί να απορρίπτουμε τους άλλους και κάθε τι που είναι διαφορετικό από το δικό μας διαφορετικό? Εμείς γιατί δεν μπορούμε να ανεχτούμε το διαφορετικό?

Μπορείς να είσαι διαφορετικός και να είσαι μέρος ενός συνόλου.

Η διαφορετικότητα είναι φυσιολογικότητα.

Σπύρος Καλημέρης Ψυχίατρος Ψυχοθεραπευτής

Normality is a paved road
Advertisements

Μία από τις αιτίες

Πολύ συχνά ακούμε σε συζητήσεις να είναι στα χείλη όλων ερωτήσεις όπως: «τι έχει πάει τόσο στραβά;», «πως φτάσαμε εδώ που είμαστε;» κ.λ.π.

Η αλήθεια είναι ότι πέρα από τα προβλήματα που είναι κοινά σε παγκόσμια κλίμακα, στην Ελλάδα έχουμε να αντιμετωπίσουμε κι ένα σημαντικό τοπικό ζήτημα: την ανωριμότητα! Δυστυχώς ακόμη και σε συνέδρια, γίνεται συχνά ειδική μνεία σε σχέση με το ότι ο μέσος Έλληνας αργεί να ωριμάσει. Η κρίση μάλιστα που περνάμε, ενισχύεται πάρα πολύ απ’ τον παραπάνω παράγοντα. Τα αίτια αυτής της ανωριμότητας θα τα βρούμε στη δομή της ελληνικής οικογένειας. Ανεξάρτητα από το πώς και πότε ξεκίνησε να υφίσταται αυτό πρόβλημα (γιατί δεν ήταν ανέκαθεν έτσι), στην παρούσα φάση θα πρέπει να το διαπραγματευτούμε.

Κάθε οικογένεια στήνεται αρχικά γύρω από τους δύο γεννήτορες. Οι άνθρωποι έχουν την ανάγκη να ανήκουν πλήρως σε μια ομάδα και μέσα στα όριά της να εξασφαλίζουν στενές, αυθεντικές σχέσεις. Ο κάθε σύντροφος λοιπόν μέσα από τη στενή ψυχο-σεξουαλική σχέση που αναπτύσσει με τον άλλον, προσδοκά να καλύψει τις ανάγκες του για στοργή, μοίρασμα και αληθινή ένωση. Όμως καθώς μεγαλώναμε, πολλούς από εμάς δεν μας προετοίμασαν επαρκώς ώστε να είμαστε ικανοί να δομήσουμε μια τέτοια αυθεντική σχέση. Έτσι ο πατέρας και η μητέρα συχνά δεν μπορούν να βρουν αναμεταξύ τους αυτό που αναζητούν. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα παιδιά «πληρώνουν τα σπασμένα»…

Ο γονιός μετατρέπει (ασυνείδητα) τον μπλοκαρισμένο ερωτισμό του προς το σύντροφο, σε υπερβολική στοργή προς το παιδί. Οδηγεί έτσι τον απόγονό του να δεθεί κυριολεκτικά μαζί του. Γονιός και τέκνο, σχηματίζουν έναν αδιάρρηκτο προσωπικό δεσμό. Είναι σα να ορκίστηκαν σιωπηλά να σχηματίσουν οι δυο τους μια ομάδα που δεν χωρά κανέναν άλλο! Ακόμη κι ο άλλος γονιός μένει απέξω. Αυτό βέβαια στην ουσία τον βολεύει. Γιατί πατέρας και μητέρα έχουν ταιριάξει μεταξύ τους στα νευρωτικά τους χαρακτηριστικά. Ο καθένας δηλαδή έχει βρει στον άλλον, το άρρωστο (πλην όμως γνώριμο!) κομμάτι του από την παλιά δική του οικογένεια. Όταν λοιπόν ο ένας παίρνει το συμβιωτικό με το παιδί ρόλο, ο άλλος αναλαμβάνει το ρόλο του «συναισθηματικού ζητιάνου». Με αυτό τον τρόπο στήνεται μια δυναμική (νοσηρή) ισορροπία και η οικογένεια δένει σφικτά.

Στατιστικά είναι συχνότερα η μητέρα αυτή που δημιουργεί τη συμμαχία με το παιδί.

Ο πατέρας δεν είναι σε θέση να καλύψει τις συναισθηματικές της ανάγκες ως σύζυγος και αυτή τις καλύπτει μέσα από το παιδί της. Με αυτό τον τρόπο τα παιδιά μένουν σε μια σχέση εξάρτησης και πιθανόν δεν θα μπορέσουν ποτέ να ξεδιπλώσουν τα φτερά τους. Η μητέρα πάλι, ανακουφίζεται μέσα στην παντοδύναμη κυριαρχία της. Έχοντας τον απόγονο ως λάφυρο, αισθάνεται ότι έχει κατατροπώσει το αρσενικό, που έτσι κι αλλιώς την έχει απορρίψει. Ο μεγάλος χαμένος από αυτά τα «παιγνίδια» είναι βεβαίως το παιδί. Το βρέφος, εάν του επιτρέπαμε να αναπτυχθεί φυσιολογικά, θα έπρεπε να ολοκληρώσει σταδιακά μέσα στα τέσσερα πρώτα χρόνια της ζωής του τη διαδικασία της εξατομίκευσης.

Αυτό σημαίνει να περάσει «αναίμακτα» και με φυσικό τρόπο τη φάση του αποχωρισμού από τη μητέρα και να αρχίσει να σχηματοποιεί τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Πολλές μαμάδες όμως εξαιτίας των δικών τους κενών εμποδίζουν την υγιή ανάπτυξη των παιδιών τους. Τους μεταδίδουν (με μη λεκτικούς τρόπους συνήθως) τα δικά τους μπλοκαρίσματα. Όπως ένα παιδί φοβάται να μην το εγκαταλείψουν, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο φοβάται και η μητέρα (που έχει μείνει ουσιαστικά ανώριμη) να μην εγκαταλειφθεί από το παιδί της. Η συμβιωτική σχέση έχει στηθεί. Ο ομφάλιος λώρος είναι ξανά άθικτος και ενώνει αδυσώπητα τις δύο πλευρές, οι οποίες θα τραβούν η μια την άλλη εις αεί. Τo παιδί έχει πλέον μάθει να αξιολογεί τον (από)χωρισμό ως εγκατάλειψη και καταστροφή.

Ο πατέρας δεν είναι βέβαια άμοιρος ευθυνών σε όλη αυτή τη διαδικασία.

Δέχεται αδιαμαρτύρητα την όλη κατάσταση και αντί να επέμβει διαχωρίζει συνήθως τη θέση του. Αποτραβιέται στην άκρη και αφήνει τη γυναίκα να λάβει τις δύσκολες αποφάσεις. Η κατάσταση του είναι άλλωστε γνώριμη, αφού σε μια ίδιας δομής οικογένεια μεγάλωσε κι ο ίδιος. Ούτε αυτός έχει ενηλικιωθεί. Η βρεφική πλευρά της προσωπικότητας και των δύο συζύγων ζητά επιτακτική ικανοποίηση. Δεν υπάρχει μια ώριμη σχέση ικανή για βάθος συναισθημάτων και αληθινή κατανόηση. Στο γάμο πλέον, δεν διαπραγματεύονται δύο ενήλικες. Είναι δύο μικρά παιδιά που ζουν μαζί και διεκδικούν το ένα από το άλλο υποχρεωτική ευχαρίστηση. Το αποτέλεσμα είναι οι οικονομικές διαφορές, οι τσακωμοί και η απιστία (το 92% των αντρών απατά. Και στις γυναίκες τα ποσοστά έχουν αυξηθεί, μιλάμε σήμερα για 70%).

Θεωρητικά μιλώντας, οι γονείς αποκτούν παιδιά με αρχική πρόθεση να τους προσφέρουν επαρκή κάλυψη των υλικών και συναισθηματικών τους αναγκών. Καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν όμως, χρειάζεται να μειώνεται η φροντίδα και η προστασία τους προς αυτά, έτσι ώστε να δοκιμάσουν τα ίδια να φροντίσουν τον εαυτό τους. Για να το θέσουμε με ψυχαναλυτικούς όρους, πρέπει να αντικατασταθεί η αρχής της ηδονής (ευχαρίστησης) από την αρχή της πραγματικότητας. Δυστυχώς, ωριμότητα και προσκόλληση δεν ταιριάζουν. Τι γίνεται όμως στ’ αλήθεια; Οι γονείς περνούν στα παιδιά τους τα περίφημα «διπλά μηνύματα».

Τους δίνουν δηλαδή ταυτόχρονα δύο αντικρουόμενες οδηγίες! Μπορεί για παράδειγμα να παροτρύνουν από τη μια το παιδί να παντρευτεί και να τεκνοποιήσει και από την άλλη να σαμποτάρουν με κάθε μέσο όλες τις ερωτικές επιλογές του παιδιού. Θυμηθείτε τις ελληνικές ταινίες και την «αθάνατη» Ελληνίδα μάνα: «Εγώ πότε θα κρατήσω στα χέρια μου εγγονάκι?» και ταυτόχρονα «Δεν μπορώ να καταλάβω που πας και τις βρίσκεις όλες… η μια χειρότερη απ’ την άλλη!». Αυτό που στην ουσία επιθυμεί ν μητέρα είναι παράλογο και ανεδαφικό: θέλει ο γιός της να θέτει όρια σε όλους τους άλλους αλλά να παραμένει εξαρτημένος από την ίδια. Δε χρειάζεται σοφία για να αντιληφθούμε το ασύμβατο του πράγματος. Ένας άνθρωπος εκπαιδεύεται να είναι ή εξαρτημένος ή ανεξάρτητος. Δεν γίνεται να είναι υποταγμένος στη μαμά του, αλλά όχι στη γυναίκα με την οποία θα ζήσει μαζί.

Όταν λοιπόν ακούμε κάποιον να ξεστομίζει περήφανα τη φράση: «Είμαστε μια πολύ δεμένη οικογένεια», θα μπορούσαμε να διακρίνουμε κι ένα δεύτερο μήνυμα πίσω από αυτή.

Ίσως μια διευκρίνιση του τύπου: «Κανένας μας από αυτή την οικογένεια δεν είναι έτοιμος (ώριμος) να αποχωριστεί κανέναν». Η διευκρίνιση αυτή υποκρύπτει ταυτόχρονα και την απειλή ότι αν κάποιος τολμήσει να απομακρυνθεί από την οικογένεια, τότε θα στερηθεί την αγάπη και τη στοργή των υπολοίπων. Άρα κανείς δεν έχει στην ουσία την *άδεια* να οδεύσει προς την εξατομίκευση. Το οικογενειακό «δέσιμο» γίνεται αυτοσκοπός. Με ένα σχεδόν ιδεοψυχαναγκαστικό τρόπο, το «Εγώ» της οικογένειας αφιερώνεται στη διαιώνιση αυτής της σχέσης εξάρτησης. Δυστυχώς ένας σημαντικός αριθμός από αυτά τα άτομα έχει ή αποκτά τα στοιχεία της προσωπικότητας ενός καταθλιπτικά οργανωμένου ανθρώπου.

Σκεφτείτε τώρα μέχρι πια ηλικία μένουν οι νεοέλληνες και οι νεοελληνίδες κάτω από την πατρική στέγη. Βλέπουμε νέους ανθρώπους στην ηλικία των είκοσι πέντε, τριάντα ή κι τριάντα πέντε ετών να είναι προσκολλημένοι στη γονική εστία. Στην Ευρώπη το έχουν παρατηρήσει αυτό και μας ειρωνεύονται συνεχώς. Υπάρχουν μάλιστα ευρωπαϊκές χώρες, στις οποίες εάν στα τριάντα σου μένεις με τη μαμά σου, αυτό θεωρείται αυτόματα ψυχοπαθολογία. Στην Ελλάδα βέβαια το φαινόμενο αυτό είναι κοινωνικά αποδεκτό. Οι νέοι από τη μεριά τους υποστηρίζουν ότι είναι πρακτικοί οικονομικοί λόγοι αυτοί που τους εμποδίζουν να μετακομίσουν. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι δεν μπορούν να αναλάβουν τις ευθύνες ενός ενήλικα. Οι γονείς πάλι αισθάνονται ασφάλεια που έχουν κοντά τους και υπό τον έλεγχό τους τα παιδιά τους. Δεν διακινδυνεύουν κανέναν αποχωρισμό και δεν συνταξιοδοτούνται από τον αρχικό τους ρόλο. Έτσι διατηρούν αυτή την κατάσταση όσο περισσότερο μπορούν.

Τι γίνεται τώρα όταν έρθει η ώρα για το παιδί να δημιουργήσει τη δική του οικογένεια;

Γιατί έρχεται κάποια στιγμή (σε μια φάση έντονης αμφιθυμίας συνήθως) για όλους αυτούς τους ανώριμους άντρες και γυναίκες, που αποφασίζουν να παντρευτούν. Ο γάμος αυτός βέβαια δεν έχει τις προϋποθέσεις για να στεριώσει σωστά. Οι δύο σύζυγοι χαμένοι στα δικά τους προβλήματα είναι ανίκανοι να εδραιώσουν μια αληθινή και βαθιά συντροφική σχέση. Σύντομα αρχίζουν τα προβλήματα. Η μόνη διέξοδος που βρίσκουν τα ζευγάρια είναι η απόκτηση τέκνων. Τα παιδιά σαν από μηχανής θεοί, έρχονται να δώσουν (παροδικά) τη λύση στη λιμνασμένη και άχαρη σχέση των γονιών τους. Συμβολικά, η γέννησή τους μειώνει το άγχος του θανάτου των γονιών. Ο νέος πατέρας και η νέα μητέρα έχουν τώρα κάτι για να απασχολούνται (και μάλιστα full time) αντί να πρέπει να διαπραγματευτούν την προβληματική τους σχέση. Φυσικά τα προβλήματα δεν έχουν λυθεί, αλλά έχουν μετατεθεί στο μακρινό μέλλον.

Με την απόκτηση των παιδιών φαίνεται πλέον σε όλη της την έκταση η κακή εκπαίδευση που έχουν λάβει οι γονείς από την πρώτη τους οικογένεια. Πρώτα απ’ όλα τους είναι αδύνατο να αποκολληθούν από αυτή και να δοθούν ψυχή τε και σώματι στη νέα δική τους οικογένεια. Πολλοί δεν μπορούν καν να ξεχωρίσουν σε ποια οικογένεια πραγματικά ανήκουν. Συχνά ο/η σύντροφος φαντάζει σαν αντίπαλος (είναι ο «ξένος») και δεν υπάρχει εμπιστοσύνη παρά μόνον για την παλιά καλή οικογένεια. Το δεμένο με την παλαιά οικογένεια μέλος αποδίδει τους «δαίμονες» στη νέα του οικογένεια. Σαν τον κακοποιημένο που, μόλις βρει ευκαιρία, θα κακοποίηση και καραδοκεί να εφαρμόσει τη γνώριμη σε εκείνον συμπεριφορά. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες αγιοποιούνται. Επειδή αποπλανητικά τόσα χρόνια έχτιζαν εξαρτητική σχέση με το παιδί τους, αυτό νιώθει ότι με τον γάμο του τους πρόδωσε. Αιτία της «προδοσίας» βαφτίζεται ο/ή σύζυγος. Έτσι προκύπτουν οι γνωστές εχθρικές διαθέσεις έναντι εκείνου που τους «έκλεψε» από τη μητρική/πατρική αγκαλιά (θυμηθείτε τη σχέση νύφης – πεθεράς).

Με τη σειρά τους λοιπόν οι νέοι γονείς θα αναπαράγουν το γνώριμο σε αυτούς πρότυπο.

Θα φροντίσουν τα παιδιά τους να μην απελευθερωθούν ποτέ συναισθηματικά από αυτούς. Η νέα γενιά θα φοβάται με τη σειρά της οποιαδήποτε αποστασιοποίηση από τη γονική εστία. Τα «δεμένα πρωταρχικά τρίγωνα» θα συνεχίσουν να υπάρχουν και τα παιδιά θα εκδηλώνουν θυμό για το δήθεν βίαιο απογαλακτισμό τους. Θα προτιμούσαν να παραμείνουν αιωνίως προσκολλημένα στους γονείς τους.

Όταν έρθει η ώρα λοιπόν να αλλάξουν ρόλους και να γίνουν σύζυγοι, εραστές και γονείς οι ίδιοι, το σύστημα καταρρέει! Το μοντέλο επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά. Ανώριμοι γονείς αναθρέφουν ανώριμα παιδιά. Γενεές ολόκληρες ταλαιπωρούνται και υποφέρουν σκληρά στην Ελλάδα από αυτή την πραγματικότητα. Τώρα όμως ξέρουμε τι μας συμβαίνει. Η επιλογή είναι πλέον δική μας.

Aπόσπασμα απο το  βιβλίο του ψυχαναλυτικού θεραπευτή Τρύφωνα Ζαχαριάδη   «Ποιος εκπαιδεύει συναισθηματικά ποιον” εκδόσεις Αρμός

Πηγή : http://mikropragmata.lifo.gr/guest_posts/

Πολιτικές απορριμμάτων για βραβείο ή για τα… σκουπίδια;

Σε όλες τις πολιτισμένες χώρες του κόσμου ο κάθε πολίτης, το κάθε νοικοκυριό διαχειρίζεται στο σπίτι του τα σκουπίδια.

Σε κάθε σπίτι υπάρχουν 3-5 κάδοι με διαφορετικό χρώμα για χαρτιά, πλαστικά, γυαλιά, αλουμίνιο, υπολείμματα φαγητού. Για κάθε κάδο με υλικά ανακυκλούμενα ο πολίτης κερδίζει χρήματα και πληρώνει μόνο για τον μικρό συνήθως κάδο όπου τοποθετεί τα υπολείμματα φαγητού (όταν και αυτά δεν κομποστοποιούνται από τον ίδιο )

Αντίθετα, αν πετάξει κάποιος σκουπίδια σε λάθος κάδο, πληρώνει πρόστιμο.

Στη χώρα μας, η ανακύκλωση έχει ανατεθεί σε διάφορες εταιρείες που κερδίζουν -από ό,τι λέγεται- πάρα πολλά χρήματα, χωρίς μέρος του κέρδους αυτού να μεταφέρεται στον πολίτη. Γι’ αυτό και εκείνος αδιαφορεί και οι μπλε κάδοι «ανακύκλωσης» είναι συνήθως γεμάτοι με κοινά σκουπίδια. Η έλλειψη κινήτρου (αλλά και τιμωρίας) για την ανακύκλωση στο σπίτι, οδηγεί στη διατήρηση πρακτικών και νοοτροπιών στη διαχείριση απορριμμάτων που δεν μας τιμούν σαν χώρα!

Παρόλη τη διαφημιζόμενη αύξηση της ανακύκλωσης στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες είναι τραγικά χαμηλό. Γι’ αυτό και συνεχίζουμε να έχουμε ανάγκη τους χώρους Υγειονομικής Ταφής ( ΧΥΤΑ/ΧΥΤΥ ) που ουσιαστικά έχουν εξαλειφθεί σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες

Η λεγόμενη «γραμμική οικονομία», που μεταφράζεται σε «αγορά, κατανάλωση και πέταμα», στην Ευρωπαϊκή Ενωση έχει αντικατασταθεί με των «κυκλική οικονομία», που σημαίνει ότι η αξία των προϊόντων και των υλικών, διατηρείται όσον το δυνατόν περισσότερο. Τα «υπολείμματα» μετατρέπονται σε πηγή κέρδους με την παραγωγή ανακυκλώσιμης ενέργειας.

21_05_20170630_tk_17421498773344
Στην Ελλάδα, για κάποιον περίεργο λόγο, δεν ασχολείται κανείς με τις καινούργιες αυτές τεχνολογίες διαχείρισης των απορριμμάτων (Konstantinos Tsakalidis / SOOC)

Σε όλες σχεδόν τις αναπτυγμένες χώρες της Αμερικής, Ευρώπης και Ασίας, τα σκουπίδια μετά την ανακύκλωση και επαναχρησιμοποίηση των περισσότερων ανακυκλούμενων υλικών, οδηγούνται σε εργοστάσια καύσης και παραγωγής ενέργειας που βρίσκονται μέσα στη πόλη, δίπλα σε σχολεία και πάρκα αναψυχής. Η σύγχρονη τεχνολογία των τελευταίων ετών όχι μόνο έχει εξαλείψει τους κινδύνους από τη θερμική κατεργασία των υπολειμμάτων αλλά και αποτελεί πηγή φτηνής και «καθαρής» ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας για κάθε πόλη.

Στην Ελλάδα, για κάποιον περίεργο λόγο, δεν ασχολείται κανείς με τις καινούργιες αυτές τεχνολογίες διαχείρισης των απορριμμάτων αλλά επιμένουμε στην καταστροφική για το περιβάλλον και την υγεία των ανθρώπων, απαρχαιωμένη και απαγορευμένη πλέον στην Ευρώπη, ταφή των υπολειμμάτων και σκουπιδιών σε ΧΥΤΑ /ΧΥΤΥ.

Ενα θέμα που αγγίζει όλους μας, αντί να είναι υπεράνω πολιτικών κομμάτων, αποτελεί τα τελευταία χρόνια πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης. Οι κάτοικοι που θα οργανωθούν και θα αντισταθούν καλύτερα στους δρόμους κερδίζουν, όπως έγινε στον πρόσφατο σχεδιασμό ΧΥΤΥ / ΧΥΤΑ στην Κερατέα. Οι κάτοικοι Γραμματικού και Δήμου Μαραθώνα που είναι λιγότεροι, φαίνεται ότι δεν μπορούν να σταματήσουν την βέβαιη και προφανή καταστροφή της θάλασσας του Ευβοϊκού (μια και η απόσταση των ΧΥΤΥ από το νερό είναι λιγότερο από 2 χιλιόμετρα) αλλά και του εδάφους και του υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα της Ανατολικής Αττικής. Η περιβαλλοντική καταστροφή της Δυτικής Αττικής από τα ΧΥΤΑ/ΧΥΤΥ στη Φυλή φαίνεται ότι δεν έχει συγκινήσει καμιά κυβέρνηση και αυτοδιοικητική αρχή των τελευταίων 20 ετών.

Το ενδιαφέρον είναι ότι ακόμα και οι πιο μαχητικοί εναντίον της περιβαλλοντικής καταστροφής της Φυλής ή της μελλοντικής καταστροφής στο Γραμματικό έχουν μπερδέψει την παλαιότερη τεχνολογία της απλής καύσης των σκουπιδιών, που είχε αρνητική για την υγεία παραγωγή διοξινών και άλλων τοξικών αερίων, με τις σημερινές μονάδες που παράγουν ενέργεια από την πυρόλυση των σκουπιδιών και περιορίζουν με υπερσύγχρονη τεχνολογία την εκπομπή βλαπτικών για την υγεία ρύπων. Πολλοί από αυτούς τους πραγματικούς αγωνιστές για την βελτίωση της πραγματικότητας στη Φυλή και το Γραμματικό χρησιμοποιούν πολιτικά επιχειρήματα του τύπου «οι ιδιώτες», το «ιδιωτικό κέρδος» όταν αναφέρεται κάποιος στη σύγχρονη αντίληψη «Σκουπίδια για Ενέργεια» (Waste to Energy ).

Ενώ τα ΧΥΤΑ/ ΧΥΤΥ θα μπορούσαν προοδευτικά να εξαλειφθούν και από την Ελλάδα, η νοοτροπία ακόμα και εκείνων που ασχολούνται ανιδιοτελώς με τον περιορισμό των βλαπτικών επιπτώσεων τους στην υγεία των ανθρώπων και την καταστροφή του εδάφους και της ατμόσφαιρας από την παρουσία τους, παραμένει σε παλαιές και επιστημονικά αβάσιμες απόψεις

Το παράδειγμα της Εσθονίας

Στην Εσθονία, μια νεόκοπη ευρωπαϊκή χώρα, ξεκίνησε το 2013 η πρώτη κρατική μονάδα πυρόλυσης των σκουπιδιών και παραγωγής ενέργειας. Το 2015, στην κρατική αυτή μονάδα κάηκαν 245.000 τόνοι από τους συνολικά 395.000 τόνους σκουπιδιών όλης της χώρας. Επειδή τα υπόλοιπα σκουπίδια ανακυκλώθηκαν και ο καυστήρας του εργοστασίου έπρεπε να λειτουργεί συνεχώς, η Εσθονία έκανε εισαγωγή 56.000 τόνων σκουπιδιών, κυρίως από τη Φινλανδία και την Ιρλανδία!

Σημειώνω ότι η Εσθονία, στα περίφημα τεστ της PISA για τους μαθητές του Γυμνασίου, κατετάγη το 2015 τρίτη στον κόσμο μετά την Σιγκαπούρη και την Ιαπωνία

Επιπλέον, στην Εσθονία όλοι οι κάτοικοι έχουν ιατροφαρμακευτική ασφάλιση, δωρεάν εκπαίδευση και την πιο μακρόχρονη πληρωμένη απουσία μητρότητας. Το 2005 η Εσθονία, που αποσχίστηκε από την Σοβιετική -ρωσική κυριαρχία μόλις το 1991, ήταν η πρώτη χώρα που καθιέρωσε να γίνονται οι γενικές εκλογές ηλεκτρονικά, μέσω Internet!

Ίσως έτσι εξηγείται πώς και στη διαχείριση των σκουπιδιών είναι από τα καλύτερα παραδείγματα στην Ευρώπη.

Σύμφωνα με τα επίσημα ευρωπαϊκά στοιχεία η Ελλάδα οδηγεί για ταφή το 81% των σκουπιδιών της, ενώ η Εσθονία λιγότερο από 5%.

1280px-Iru_power_plant
Το εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας με πρώτη ύλη… τα σκουπίδια στο Ταλίν της Εσθονίας

Φαίνεται ότι το «πολιτικό κόστος» για το τόσο σοβαρό θέμα υγείας και ποιότητας της ζωής όλων μας θεωρείται μικρό ενώ το πολιτικό όφελος από την συνεχιζόμενη εδώ και δεκαετίες απαγορευμένη για τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη διαχείριση των απορριμμάτων μεγάλο.

Επειδή από ό,τι ακούγεται «λεφτά υπάρχουν», από τη σημερινή απαράδεκτη διαχείριση των απορριμμάτων στην Ελλάδα θα μπορούσαμε σχετικά εύκολα να είχαμε προχωρήσει στις σύγχρονες ευρωπαϊκές οδηγίες για «κυκλική οικονομία» που πραγματοποιείται με τις σύγχρονες τεχνολογίες οι οποίες μετατρέπουν τα «σκουπίδια σε ενέργεια».

Συγκεκριμένα, σε όλες τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, από τις μεγαλύτερες ( π.χ. Γερμανία ) μέχρι και τις μικρότερες (π.χ. Λιθουανία), μετά την πρόληψη και ανακύκλωση που ξεκινάει από το σπίτι, τα σκουπίδια οδηγούνται σε σύγχρονα εργοστάσια, με εντυπωσιακή -πολλές φορές- αρχιτεκτονική που μετατρέπουν την καύση τους σε ενέργεια (ηλεκτρική, θερμότητα, βιοαέριο ). Τα εργοστάσια αυτά είναι μέσα στις πόλεις, δίπλα σε σχολεία και πάρκα διότι απλούστατα η σύγχρονη τεχνολογία δεν επιτρέπει την μόλυνση της ατμόσφαιρας αλλά αντίθετα προσφέρει άφθονη «καθαρή» ενέργεια στους κατοίκους των πόλεων.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση σαφώς στηρίζει τη μετατροπή των υπολειμμάτων των σκουπιδιών σε ενέργεια, δηλαδή ηλεκτρισμό, θέρμανση και βιοαέριο κίνησης των αυτοκινήτων και όχι την ταφή των επεξεργασμένων ή μη υπολειμμάτων σε χώρους ΧΥΤΥ / ΧΥΤΑ. Το έργο δημιουργίας ΧΥΤΥ στο Γραμματικό έχει «απενταχθεί» από την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση αλλά συνεχίζεται με εθνικούς πόρους!

Η αδιαφορία της χώρας μας, που παραμένει στην τελευταία θέση της Ευρώπης από πλευράς ορθής, σύγχρονης διαχείρισης των απορριμμάτων, είναι εντυπωσιακή και αναφέρεται σε πολλές σύγχρονες επιστημονικές δημοσιεύσεις (Malinauskaite J et al Energy 2017;141:2013-2044).

Μήπως είναι καιρός να συμμορφωθούμε άμεσα με τις βέλτιστες πρακτικές διαχείρισης των απορριμμάτων στην Ευρώπη πριν θρηνήσουμε μια ακόμη περιβαλλοντική καταστροφή και επιβάρυνση της υγείας στους κατοίκους της Ανατολικής Αττικής, όπως εκείνη που ήδη έχει συντελεστεί στη Δυτική Αττική;

Μήπως πρέπει τη διαχείριση των απορριμμάτων να τη δούμε έξω από τις πολιτικές διενέξεις και ιδεοληψίες μας;

Στην Ευρωπαϊκή Ενωση, όπως και στις περισσότερες αναπτυγμένες χώρες, δεν υπάρχει πια το σύνδρομο NIMBY ( Not In My Backyard ) που επικρατεί στην χώρα μας. Η κεντρική αλλά και η περιφερειακή και δημοτική διοίκηση έχει πεισθεί και έχει πείσει τον κόσμο ότι η σύγχρονη τεχνολογία στη διαχείριση των αποβλήτων δεν είναι απλώς η καύση και ο περιορισμός της ανάγκης για μεγάλους χώρους ταφής αποβλήτων και υπολειμμάτων ( ΧΥΤΑ/ΧΥΤΥ ) αλλά κυρίως η σύγχρονη παραγωγή ηλεκτρισμού, θερμότητας, βιοενέργειας που επιστρέφει στον κάθε πολίτη ως κέρδος απέναντι στις ενεργειακές του ανάγκες σαν άτομο και σαν οικογένεια χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η υγεία του και το περιβάλλον που κατοικεί (όπως γίνεται με τους απαρχαιωμένους τρόπους με τους οποίους η Ελλάδα επιμένει να διαχειρίζεται τα σκουπίδια της).

Παρόλη την προσπάθεια της Ευρωπαϊκής Ενωσης να στραφεί η διαχείριση των σκουπιδιών σε σύγχρονες μονάδες «σκουπίδια για ενέργεια» (waste to energy) η Ελλάδα έχει το μεγαλύτερο ποσοστό ΧΥΤΑ-ΧΥΤΥ στην Ευρώπη και κανένα σύγχρονο εργοστάσιο για την παραγωγή ενέργειας από τα σκουπίδια.

Είναι ενδιαφέρον ότι η Ελλάδα, που έχει ένα από το μικρότερα ΑΕΠ της Ευρώπης, παράγει αναλογικά τα περισσότερα σκουπίδια, περισσότερα από όλα τα κράτη με μεγαλύτερο ΑΕΠ.

Ο Δημήτρης Λινός, M.D., Ph.D είναι καθηγητής Χειρουργικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών

Πηγή : Πολιτικές απορριμμάτων για βραβείο ή για τα… σκουπίδια;

Η Ισότητα ως Αυταπόδεικτη Αλήθεια

Όσον αφορά την οικονομική ισότητα το φιλελεύθερο αφήγημα λέει πως «οι ικανότητες των ανθρώπων είναι πεπερασμένες και οι ανάγκες τους άπειρες». Όμως, δεν ορίζουν όλοι οι άνθρωποι τις ανάγκες τους με τον ίδιο τρόπο. Κάποιοι θεωρούν πως οι ανάγκες τους είναι μόνο το φαγητό, η στέγαση και η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, κάποιοι άλλοι θα προσθέσουν σε αυτές την διασκέδαση και κάποιοι άλλοι ακόμη θα προσθέσουν ένα ακριβό αυτοκίνητο ή μια άλλη πολυτέλεια. «Συνεπώς, κάποιος πρέπει να ορίσει και –κυρίως– να επιβάλει τους κανόνες με τους οποίους οι ποικίλες ανάγκες θα ικανοποιούνται.»
Όσον αφορά την κοινωνική διάσταση της ισότητας, το επιχείρημα λέει πως «αν η ισότητα στις κοινωνίες ήταν φυσική, δεν θα χρειαζόταν ούτε κράτος πρόνοιας, ούτε ‘αναδιανομή πλούτου, κοινωνική προστασία, στήριξη των μικρών απέναντι στους μεγάλους, των ανίσχυρων απέναντι στους ισχυρούς’. Δεν θα υπήρχε φορολογία και οι οπαδοί του laissez-faire θα ήταν ευτυχισμένοι […]»  Καθώς οι άνθρωποι γεννιούνται άνισοι, συνεχίζει, δεν γίνεται να τους εξισώσουμε διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε την διαφορετική αντιμετώπιση του καθ’ ενός και άρα την κατάλυση της ισονομίας.

Η ηθική τεκμηρίωση της άποψης περί «φυσικής ανισότητας» βασίζεται στην γενική αντίληψη πως οι ανισότητες των ανθρώπων αποτελούν την αποκλειστική κινητήρια δύναμη της κοινωνικής προόδου και πως μόνο αυτές μπορούν να αυξάνουν επ’ αόριστον το προσδόκιμο ζωής, το βοιωτικό επίπεδο και την συνολική μας παραγωγικότητα.

Τόσο οι δύο εκφάνσεις του επιχειρήματος κατά της ισότητας, όσο και η ηθική του βάση, όμως, στηρίζονται σε σαθρά θεμέλια και οι λογικές πλάνες τους καταλήγουν (εσκεμμένα η μη) να υπηρετούν ένα αδηφάγο σύστημα το οποίο στηρίζεται στην ισχύ και την εξουσία των «εκλεκτών», τους οποίους η φύση επέλεξε για να κυριαρχήσουν.

Οικονομική Ισότητα

Για να εξεταστεί το ζήτημα αυτό είναι πολύ σημαντικό να γίνει ένας αρχικός διαχωρισμός ανάμεσα στις ανάγκες και στις επιθυμίες, πράγμα δύσκολο γιατί συχνά μια επιθυμία μπορεί να θεωρείται ή να εκφράζεται ως ανάγκη. Στην περίπτωση αυτή, ποιος και με ποια κριτήρια θα κάνει τον διαχωρισμό; Το παράδειγμα ενός πολύ επίκαιρου ζητήματος, της εμπορευματοποίησης των ηλεκτροκίνητων αυτοκινήτων, μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση και την επίλυση αυτού του προβλήματος.

Πολλές κυβερνήσεις και ιδιωτικές επιχειρήσεις, όπως για παράδειγμα η Tesla, προωθούν τα ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα και επενδύουν σε αυτά. Μια πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου ΜΙΤ, όμως, έδειξε πως «ορισμένα μεγάλα ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα μπορεί να έχουν μεγαλύτερες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου σε σχέση με μικρότερα συμβατικά αυτοκίνητα». Ακόμη, σε πολλές περιπτώσεις τα ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα δεν πετυχαίνουν την ελαχιστοποίηση των εκπομπών τους, κυρίως λόγω των μεγάλων μπαταριών και του μεγάλου εύρους απόστασης που τους δίνεται, ενώ υπάρχει μια ξεκάθαρη τάση προς την κατασκευή αυτοκινήτων με μεγαλύτερες μπαταρίες, παρά τις μικρές αποστάσεις που διανύονται κατά μέσο όρο από τους χρήστες.

Μια οικολογική προσπάθεια, λοιπόν, η οποία γίνεται συλλογικά στην κατεύθυνση της δημιουργίας μορφών μεταφοράς από και προς τους χώρους εργασίας μας, για την ανταπόκριση στις υποχρεώσεις μας κ.ο.κ, υπονομεύεται από την επιθυμία των ανθρώπων, οι οποίοι διαθέτουν τα χρήματα, να διασφαλίζουν μεγαλύτερη άνεση κατά τις μεταφορές τους. Φυσικά, οι εταιρίες παραγωγής αυτοκινήτων σπεύδουν να ανταποκριθούν σε αυτή την επιθυμία με αποτέλεσμα την μεγαλύτερη χρήση κοβαλτίου, λιθίου και άλλων μετάλλων, τα οποία με τη σειρά τους αυξάνουν κατακόρυφα της εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής των αυτοκινήτων.

Επομένως, φαίνεται εδώ ο διαχωρισμός μεταξύ των αναγκών και των επιθυμιών των ανθρώπων, ο οποίος γίνεται ξεκάθαρος όταν αυτό που επιθυμεί μια προνομιούχα ομάδα ανθρώπων έρχεται σε ολοφάνερη αντίθεση με μια βασική ανάγκη της πλειοψηφίας.

Αντί λοιπόν να εμμένουμε στην άποψη πως οι ανάγκες και οι επιθυμίες όλων των ανθρώπων είναι απεριόριστες, δηλαδή σε μία ταυτολογία, θα πρέπει να ιεραρχήσουμε τις ανάγκες και να θεσμοθετήσουμε αυτή την ιεραρχία ως κριτήριο για την αξιοποίηση των φυσικών πόρων, αντί να τους δαπανούμε για ασήμαντες πολυτέλειες. Είναι πολύ εύκολο να βαφτίζουμε την ακατάσχετη εξάντληση των φυσικών πόρων «δικαίωμα στην οικονομική ελευθερία», όμως το αποτέλεσμα που μια τέτοια εξάντληση θα έχει σε βάθος χρόνου θα είναι καταστροφικό.

Κοινωνική Ισότητα και Ισονομία

Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του επιχειρήματος κατά της ισότητας, υποστηρίζεται πως το κοινωνικό κράτος έρχεται να επιλύσει την φυσική ανισότητα μεταξύ των ανθρώπων. Όπως και στο πρώτο σκέλος, υπάρχει και εδώ μια λογική πλάνη. Το δικαίωμα στην περιουσία, και γενικότερα η οικονομική οργάνωση της κοινωνίας δεν αποτελούν φυσικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων: είναι επίκτητα, είναι δομές οργάνωσης, δημιουργήματα των ανθρώπων. Συνεπώς, οι ανισότητες τις οποίες έρχεται να «διορθώσει» και να «απαλύνει» το κοινωνικό κράτος δεν είναι φυσικές, αλλά δομικές συνέπειες (και προϋποθέσεις) του ελεύθερου και ακραίου ανταγωνισμού.

Επιπλέον, η αντιπρόταση του συλλογικού σχεδιασμού της οικονομίας στα πλαίσια του σοσιαλισμού, έρχεται να προσφέρει δυο «αναφαίρετα», σύμφωνα με την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, δικαιώματα: την ελευθερία και την επιδίωξη της ευτυχίας, εξασφαλίζοντας ισότητα απέναντι στις βασικές ανάγκες όλων των ανθρώπων, καθώς και σε εκείνες τις επιθυμίες οι οποίες είναι δυνατό να καλυφθούν, δεδομένων των πεπερασμένων πόρων.

Η ισότητα των ανθρώπων απέναντι στα φυσικά τους δικαιώματα θα διασφαλίσει στον καθ’ ένα την ελευθερία και την ευκαιρία, να ξεδιπλώσει και να αναπτύξει την δημιουργική του διαφορετικότητα, να καλλιεργήσει τα ταλέντα και τις δεξιότητές του. Κάτι τέτοιο εμποδίζεται σήμερα απ’ το απάνθρωπο κυνήγι της επιβίωσης, της 10ωρης και πλέον εργασίας για την εξασφάλιση στέγης, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και σίτισης, δικαιωμάτων δηλαδή πραγματικά φυσικών και αναφαίρετων, τα οποία η θεωρία περί «φυσικών ανισοτήτων» και η αστική νομιμότητα δεν αποδέχονται ως τέτοια.

Και βέβαια, η ανισότητα ως «φυσικό φαινόμενο» συμβαδίζει με την συσσώρευση του χρήματος, την διαφθορά, τον χρηματισμό αξιωματούχων και ανθρώπων σε θέσεις ισχύος, πράγματα, δηλαδή, τα οποία τελικά οδηγούν στην κατάργηση της ισονομίας και του «κράτους δικαίου», και τα οποία είναι παρά φύση.

Από το Ιδεώδες στην Πράξη

Είναι προφανές πως η επιβολή ενός ιδεώδους με βίαιο τρόπο εντάσσεται στις πρακτικές μιας στυγνής δικτατορίας, αλλά ακόμη χειρότερα, όταν μια πλειοψηφία πολιτών δεν αποδέχεται αυτό το ιδεώδες και δεν μάχεται γι’ αυτό, η αποτυχία της εφαρμογής του είναι προδιαγεγραμμένη. Συνεπώς, ο μόνος δρόμος για την μετάβαση από το ιδεώδες στην πράξη, είναι ο δρόμος της δημοκρατίας στην πιο άμεση μορφή της.

Υπ’ αυτή την έννοια, μια τέτοια πρόταση δεν είναι άμεσα εφαρμόσιμη κάτω από τις παρούσες κοινωνικές συνθήκες. Παρόλα αυτά, οι αρχές και οι βάσεις της είναι καθόλα φυσιολογικές, ενώ η παραγωγή πολιτικής σκέψης και πολιτικών προτάσεων, καθώς και η διαρκής πίεση προς αυτή την κατεύθυνση  μπορούν τελικά να την καταστήσουν εφαρμόσιμη.

Για παράδειγμα, όσον αφορά τα ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα, μια λύση σε αυτή την κατεύθυνση θα ήταν η δημιουργία συστημάτων ηλεκτροκίνητων, κοινόχρηστων αυτοκινήτων σε συνδυασμό με την βέλτιστη χρήση φυσικών πόρων. Φυσικά, για να γίνει κάτι τέτοιο εφικτό, θα έπρεπε να δεχθούν οι μεγάλες εταιρίες παραγωγής πετρελαίου την εγκατάσταση των απαραίτητων υποδομών φόρτισης, καθώς και τη μαζική στροφή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ώστε τα ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα να μην φορτίζονται έμμεσα από λιγνίτη. Αυτά, όμως, έρχονται σε άμεση σύγκρουση με την «ανάγκη» (!) των μετόχων των πολυεθνικών εταιριών εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων για πλουτισμό δίχως όρια.

Εξ ίσου σημαντικά παραδείγματα, όπως η κατασκευή, η εμπορία και η χρήση στρατιωτικών εξοπλισμών και όπλων αναδεικνύουν επίσης το πρόβλημα που προκαλούν οι ανισότητες και η κατάχρηση των φυσικών πόρων. Όμως, το παράδειγμα των ηλεκτροκίνητων αυτοκινήτων, αναδεικνύει ξεκάθαρα την πλάνη πίσω από το επιχείρημα πως ο ίδιος ο ανταγωνισμός που πηγάζει από τις ανισότητες και οι πρωτοβουλίες φωτισμένων επιχειρηματιών θα παράξουν πρωτοπόρες τεχνολογικές λύσεις, οι οποίες θα επιλύσουν αυτόματα τα προβλήματα τα οποία ο ίδιος ο ακραιφνής ανταγωνισμός δημιουργεί.

Βλέπουμε, λοιπόν, πως το αφήγημα που παρουσιάζει την ανισότητα και την απόλυτη οικονομική ελευθερία ως φυσικά στοιχεία της κοινωνίας, καθώς και η ηθική του βάση αντιμετωπίζουν δυο βασικούς περιοριστικούς παράγοντες: τα δομικά αντικρουόμενα συμφέροντα μεταξύ των οικονομικών ελίτ και του κοινού συμφέροντος, καθώς και τους πεπερασμένους φυσικούς πόρους. Ο μόνος τρόπος να προχωρήσουμε στην οικοδόμηση μιας πραγματικά αειφόρου κοινωνίας είναι να θεσμοθετήσουμε την ισότητα, την συλλογική ιεράρχηση των αναγκών και των επιθυμιών μας, καθώς και την λελογισμένη χρήση των φυσικών μας πόρων. Να θεσμοθετήσουμε συλλογικά ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, προϋπόθεση για το οποίο θα είναι η καθολική ανατροπή των άνισων οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων, οι οποίες είναι εξορισμού αντίθετες με το κοινό συμφέρον.

Πηγή : Η Ισότητα ως Αυταπόδεικτη Αλήθεια

Αυτοί Που Βάζουν Τις Φωτιές

Μέσα σε τέσσερα χρόνια στην Ελλάδα ξέσπασαν 60.000 πυρκαγιές.
Σ’ αυτό το διάστημα, η Αστυνομία συνέλαβε περισσότερους από 4000 υπόπτους για εμπρησμό.
Καταδικάστηκαν σε πρώτο βαθμό 700.
Στη φυλακή πήγε ένας.

Τι πάει στραβά; Και ποιοι είναι αυτοί, τελικά, που βάζουν τις φωτιές;

 

Ο Μούσιας και ο Πολιτικός

Ο μαλλιάς πήδηξε τον κοντό φράχτη και μπήκε στον κήπο χωρίς να τον δει κανείς. Έκανε τη δουλειά του και, για κάποιο λόγο, έμεινε λίγο ακόμα έξω από το σπίτι, προς την πλευρά του σχολείου, μέχρι που ο καπνός άρχισε να φαίνεται από όλο το χωριό, και άνθρωποι άρχισαν να καταφτάνουν.
Ήταν μεσάνυχτα, αλλά ολόκληρο το Ξεροκάσι Μεσσηνίας (λόγιο όνομα: Παλαιόκαστρο) βρέθηκε αμέσως στο πόδι. Είχε προηγηθεί το εφιαλτικό Σαββατοκύριακο των πυρκαγιών στην Ηλεία, βλέπεις, και όλος ο κόσμος φοβόταν ότι οι φωτιές θα έρχονταν και στο δικό τους χωριό.

Και τώρα, μία είχε έρθει.

Κάποιοι φαντάροι είδαν κάποιον «μελαχρινό» να φεύγει προς το δάσος, μια Βουλγάρα που προσέχει έναν παππού είδε έναν «ξανθό». Όλο το υπόλοιπο βράδυ οι κάτοικοι περιπολούσαν τους δρόμους μέσα και γύρω από το χωριό.

30 ώρες αργότερα κάποιος έβαλε άλλη φωτιά στη θέση Καλύβια, ανάμεσα σε δυο γειτονικά χωριά, την Κορομηλιά και το Αργυρόκαστρο. Πλέον όλα τα χωριά της περιοχής ήταν σε ετοιμότητα όμως, και η ανταπόκριση ήταν άμεση: Δεκάδες τρακτέρ αγροτών με δεξαμενές νερού των 500 λίτρων έφτασαν αμέσως –το Τρίκορφο μόνο του έστειλε περίπου πενήντα- και περιόρισαν αμέσως τις εστίες. Αεροπλάνα που βρίσκονταν καθ’ οδόν για την Αρεόπολη έκαναν μια παράκαμψη και άδειασαν το φορτίο τους στον πυρήνα της φωτιάς. Οι φλόγες πρόλαβαν να κάψουν μόνο 200 στρέμματα, κυρίως ελιές και λόγγους.

Το σπίτι στο οποίο έγινε η πρώτη απόπειρα εμπρησμού ανήκε στον Ιωάννη Γιαννακόπουλο, παλιό βουλευτή του ΠΑΣΟΚ, που εκείνες τις μέρες έλειπε στην Αθήνα. Όταν του τηλεφώνησα ήταν πολύ διστακτικός να μου μιλήσει για τον «μελαχρινό» ή «ξανθό» «μαλλιά», τον άνθρωπο που είχε μπει στο πατρικό του σπίτι και είχε προσπαθήσει να του το κάψει.

«Η προανάκριση διεξάγεται ακόμα», μου είπε, «και δεν θα ήθελα να μιλήσω γι’ αυτό το παιδί που λένε πως το έκανε».

Αποκάλεσε τον εμπρηστή «παιδί».

Από πηγές στην περιοχή έμαθα πως ο βασικός ύποπτος είναι ένας νεαρός ντόπιος που αντιμετωπίζει «ψυχολογικά προβλήματα».

Αυτές ήταν δύο λέξεις που θα συναντούσα πολύ συχνά στο ρεπορτάζ γι’ αυτό εδώ το κείμενο.

Αυτοί Που Άναψαν Φωτιές

Τις πρώτες δύο εβδομάδες του Αυγούστου του 1998, ο 30χρονος αγρότης Γιώργος Αναστασόπουλος έβαλε επτά πυρκαγιές σε διάφορα σημεία γύρω απ’ το χωριό του, την Καλίδονα της Ηλείας. Αν το όνομα σου φαίνεται γνώριμο, επίτρεψέ μου να σε διαφωτίσω: φέτος κάηκαν 18 σπίτια στην Καλίδονα, και από τη φωτιά πέθανε μια 96χρονη γιαγιά. Το καλοκαίρι του ’98, μετά από κάθε εμπρησμό (οι επτά πυρκαγιές συνολικά έκαψαν 80 στρέμματα δάσους), ο Γιώργος Αναστασόπουλος ήταν που ειδοποιούσε τους συντοπίτες του και τις αρχές, και πρώτος έσπευδε να βοηθήσει στην κατάσβεση. Ο Αναστασόπουλος, παντρεμένος και με ένα παιδί, είχε απασχολήσει και στο παρελθόν τις αρχές για εμπρησμούς, από τότε που ήταν 16 ετών κιόλας –αλλά ποτέ δεν είχε συλληφθεί. «Κάποτε θα συνέβαινε και αυτό», δήλωσε ένας συγχωριανός του μετά τη σύλληψή του στον συντάκτη των ΝΕΩΝ. «Σχεδόν όλοι γνωρίζαμε ότι είναι εμπρηστής αλλά ποτέ κανένας δεν τον είχε καταγγείλει».

Ήταν ένα περιπετειώδες καλοκαίρι, εκείνο του 1998.

«H πυρομανία είναι μια διαταραχή σπάνια. Συνήθως εμφανίζεται σε ανθρώπους που είχαν μαθησιακά προβλήματα, αδέξιους, που δεν έχουν πολύ ανεπτυγμένη κοινωνικότητα»

Δυο μήνες νωρίτερα, στις 23 Ιουνίου ο 35χρονος δασοπυροσβέστης Δημήτρης Χατζηλαγός συνελήφθη ως ύποπτος για εμπρησμό στην περιοχή Τούφες στη Σάμο. Υποστήριξε πως «εξερράγη ο αναπτήρας του όταν θέλησε να ανάψει τσιγάρο, και τον πέταξε σε ξερά χόρτα». Στις 7 Αυγούστου ο 49χρονος Γάλλος τουρίστας Αλέν Ντεφερμόντ προσπάθησε να βάλει φωτιά στη Ζάβια, κοντά στα Σύβοτα όπου παραθέριζε. Έκανε την απόπειρά του στις 6:30 το πρωί –συνελήφθη 2 ώρες αργότερα 25 χιλιόμετρα μακριά, και ομολόγησε –αλλά δεν δικαιολόγησε- την πράξη του. Την επόμενη μέρα, ο 18χρονος Αλβανός Τζερίμ Αλούστρι συνελήφθη στον Εθνικό Δρόμο Πάτρας – Αθηνών κοντά στο Αίγιο, όταν διερχόμενος οδηγός διαπίστωσε ότι ο νεαρός είχε μαζί του δοχείο με βενζίνη και προσπαθούσε να βάλει φωτιά στα χόρτα δίπλα στον δρόμο.

Και φυσικά οι πυρκαγιές δεν τελείωσαν τότε.

Στις 21 Ιουλίου 1999 ο 23χρονος οικοδόμος Παναγιώτης Καλιούπης συνελήφθη κατηγορούμενος για εμπρησμούς σε δασικές και αγροτικές περιοχές στη Μάνδρα και τα Μέγαρα της Αττικής. Ο νεαρός, που ήταν παντρεμένος και πατέρας ενός παιδιού, ομολόγησε πως του αρέσει να βλέπει τις φλόγες και πως το είχε απωθημένο από μικρός. Ευθυνόταν για τουλάχιστον 22 εμπρησμούς μέσα σε δυο μήνες. Γυρνούσε με το μηχανάκι στο δάσος και έβαζε τις φωτιές με σπίρτα.

Στις 18 Ιουλίου του 2000 ο 58χρονος κτηνοτρόφος Ανδρέας Ρήγας συνελήφθη ως υπαίτιος δυο πυρκαγιών που ξέσπασαν στην περιοχή Άνω Πιτσά του Ξυλοκάστρου στις 11 και 12 Ιουλίου, και στοίχισαν τη ζωή ενός ανθρώπου και έκαψαν 150.000 στρέμματα. Το φοβερό της υπόθεσης: Ο ίδιος άνδρας είχε συλληφθεί και τέσσερα χρόνια νωρίτερα για εμπρησμό στην ίδια περιοχή.

Δέκα μέρες αργότερα, ο 20χρονος αγρότης Παναγιώτης Γάζος συνελήφθη στην Αμαλιάδα κατηγορούμενος για 11 εμπρησμούς στην περιοχή της Ηλείας. Όπως ο ίδιος ομολόγησε, άναβε φωτιές και στη συνέχεια έπαιρνε μέρος στην προσπάθεια κατάσβεσης. Το ίδιο καλοκαίρι στην Εύβοια μια παρέα τεσσάρων ανθρώπων, οι Βαγγέλης Αλατζάς, Γιάννης Στάικος, Αντώνης Καπεθανάσης και Σοφία Κορέλη, συνελήφθησαν και ομολόγησαν πως είχαν βάλει περισσότερες από μία φωτιές στο βόρειο τμήμα του νησιού. Οι τρεις πρώτοι προφυλακίστηκαν, ενώ η τέταρτη της παρέας πλήρωσε εγγύηση και αφέθηκε ελεύθερη επειδή ήταν έγκυος. Υποστήριξαν ότι κάποιος τους πλήρωνε για να βάζουν τις φωτιές.

Στις 11 Ιουνίου 2001 ο 39χρονος Χρήστος Χαραλάμπους από την Αγία Βαρβάρα συνελήφθη σε αγροτοδασική έκταση στο 31ο χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού Αθηνών-Λαμίας. Περιπολία της ειδικής ομάδας της Πυροσβεστικής τον εντόπισε να προσπαθεί να βάλει φωτιά –ο ίδιος υποστήριξε πως δυο αλλοδαποί του είχαν δώσει χρήματα για να το κάνει. Ο Χαραλάμπους δεν είχε απομακρυνθεί από την περιοχή καθώς περίμενε να έρθουν να τον πληρώσουν.

Στις 9 του περασμένου Ιούλη, ένας 34χρονος και ο 19χρονος ανιψιός του έβαλαν δυο φωτιές που έκαψαν 32 στρέμματα πευκοδάσους στην Ηλεία, για να ενοχοποιήσουν μια οικογένεια συγχωριανών τους με τους οποίους είχαν κτηματικές διαφορές. Οι λεβέντες συνελήφθησαν και, ως μεγάλα παλικάρια, ομολόγησαν πως η ιδέα δεν ήταν δικιά τους: Το σαΐνι πίσω από αυτό το καταπληκτικό σχέδιο ήταν ο 73χρονος παππούς της οικογένειας. Ο οποίος επίσης συνελήφθη.

Το Προφίλ Ενός Εμπρηστή

«Όπως και στην τυπολογία άλλων εγκλημάτων  έτσι και στον εμπρησμό  υπάρχει μια τεράστια  ποικιλία  αιτίων και κινήτρων, από τα καθαρά ωφελιμιστικά μέχρι τα παθολογικά», λέει ο καθηγητής εγκληματολογίας στο Πανεπιστήμιο του Ρέντινγκ (και διάσημος συγγραφέας παιδικών βιβλίων) Ευγένιος Τριβιζάς. «Όταν είχα γράψει  για παράδειγμα  το διήγημα «Ο Ερωτευμένος Πυροσβέστης»  δεν γνώριζα ότι υπάρχουν στην πραγματικότητα ακόμα και περιπτώσεις εμπρηστών οι οποίοι βάζουν φωτιές για να  εμφανίζονται ηρωικοί σβήνοντάς τις, η άλλοι που καίνε οι ίδιοι τα σπίτια τους για να  προσελκύσουν  τον οίκτο των συνανθρώπων τους».

Τις πιο έγκυρες μελέτες για το προφίλ του εμπρηστή τις έχουν κάνει Αυστραλοί εγκληματολόγοι. Σύμφωνα με αυτές, τα κυριότερα αίτια πίσω από τους εμπρησμούς είναι τα εξής:

  1. Η κάλυψη ενός εγκλήματος (μιας ληστείας, ας πούμε, ή ενός φόνου)
  2. Οικονομικοί λόγοι
  3. Ασφαλιστική απάτη
  4. Ψυχολογικοί λόγοι
  5. Εκδίκηση
  6. Τρομοκρατία

Από αυτούς, οι συχνότεροι που συναντάμε στην Ελλάδα είναι ο 2ος (οι οικοπεδοφάγοι) και ο 4ος. Οι πυρομανείς.

Το 40% των εμπρηστών που καταδικάστηκαν από το 1986 και μετά αποδείχτηκε ότι είχαν βάλει περισσότερες από μία φωτιές

«Η πυρομανία ανήκει στις διαταραχές ελέγχου των παρορμήσεων, όπως η κλεπτομανία, και η χαρτοπαιξία» λέει ο Δημήτρης Σούρας, Διευθυντής του Ψυχιατρικού Τμήματος στο Νοσοκομείο Metropolitan. «Ο ασθενής βάζει φωτιές σκόπιμα για την ευχαρίστηση, την ηδονή που αντλεί από την πράξη. Τη στιγμή αμέσως πριν βάλει τη φωτιά νιώθει μια έντονη διέγερση συναισθημάτων, «φτιάχνεται», η αδρεναλίνη του ρέει, κοκκινίζει, νιώθει ότι κάτι πολύ σπουδαίο θα συμβεί. Είναι ένας ερεθισμός που μοιάζει πολύ με τη σεξουαλική διέγερση. Στη συνέχεια ελκύεται από τη θέα της φωτιάς, γοητεύεται από αυτήν, στη θέα της νιώθει ηδονή. Ο πυρομανής μπορεί να ικανοποιείται ακόμα κι από φωτιές που δεν έχει βάλει ο ίδιος. Η θέα της είναι που τον συναρπάζει».

Δεν υπάρχουν ποσοστά για το πόσοι είναι οι πυρομανείς στην Ελλάδα –ή οπουδήποτε στον κόσμο. Πρόκειται για διαταραχή πολύ δύσκολο να διαγνωστεί και να μελετηθεί. «Είναι, πάντως μια διαταραχή σπάνια», τονίζει ο Δημήτρης Σούρας. «Συνήθως εμφανίζεται σε ανθρώπους που είχαν μαθησιακά προβλήματα, αδέξιους, που δεν έχουν πολύ ανεπτυγμένη κοινωνικότητα».

Το 2001 η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού (ΔΑΕΕ) της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας εξέδωσε μια μελέτη με τίτλο «Εγκληματολογική Προσέγγιση των Εμπρησμών». Επιμελημένη από τον Διευθυντή της Υπηρεσίας και έγκριτο νομικό Ανδριανό Γκουρμπάτση, επρόκειτο να είναι μια έκθεση γραμμένη στα αμερικανικά πρότυπα. Όπως οι profilers του FBI συντάσσουν εκθέσεις για τους ανθρωπότυπους των εγκληματιών, που τους βοηθούν στην επίλυση εγκλημάτων, έτσι και οι Έλληνες ομόλογοί τους, οι οποίοι εκπαιδεύτηκαν από Αμερικανούς ειδικούς το 2000, προσπάθησαν να σκιαγραφήσουν το προφίλ του Έλληνα εμπρηστή.

Αυτό αποδείχτηκε εξαιρετικά δύσκολο. Αν και τα στοιχεία μπόρεσαν να δώσουν μια εικόνα (πολυμήχανος, με γυναίκα και παιδιά, γύρω στα 45, με απολυτήριο Γυμνασίου), αυτή δεν ήταν καθόλου αντιπροσωπευτική. Η έκθεση παραδέχεται ότι ο Έλληνας εμπρηστής μπορεί δυνητικά να έχει οποιαδήποτε ηλικία, να έχει πτυχίο πανεπιστημίου, να είναι ακόμα και γυναίκα.

Από τα 4267 άτομα που καταδικάστηκαν για εμπρησμούς στη χώρα στο διάστημα 1986-1998, τα 417 ήταν, πράγματι, γυναίκες. Τα 270, δε, ήταν ανήλικοι.

Το πιο σημαντικό από τα στοιχεία, όμως, είναι μια στατιστική λεπτομέρεια: Το 40% των εμπρηστών που καταδικάστηκαν από το 1986 και μετά αποδείχτηκε ότι είχαν βάλει περισσότερες από μία φωτιές.

Έγκλημα και Ατιμωρησία

Υπάρχει ένας μύθος που λέει ότι στην Ελλάδα έχουν ψηφιστεί όλοι οι νόμοι που χρειάζονται –απλά εφαρμόζονται επιλεκτικά.

Στην περίπτωση των εμπρησμών αυτό λίγο-πολύ ισχύει.

Το Άρθρο 264 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει πως όποιος προκαλεί πυρκαγιά από πρόθεση τιμωρείται:

α. Με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα.
β. Με κάθειρξη, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο.
γ. Με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών, αν στην περίπτωση του στοιχείου β. επήλθε θάνατος.

Ειδικά για τον εμπρησμό δασών, στο άρθρο 265 προβλέπεται:

«1. Με την επιφύλαξη της βαρύτερης τιμωρίας κατά τους όρους του άρθρου 264, όποιος με πρόθεση προξενεί πυρκαγιά σε δάσος ή δασική έκταση (…) ή σε έκταση που έχει κηρυχθεί δασωτέα ή αναδασωτέα, (…) τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα έτη και με χρηματική ποινή από δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ έως εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ. Δεν επιτρέπεται μετατροπή ή αναστολή της ποινής που επιβλήθηκε και η έφεση δεν αναστέλλει την εκτέλεσή της. Αν η πράξη είχε ως επακόλουθο να εξαπλωθεί η φωτιά σε μεγάλη έκταση, επιβάλλεται κάθειρξη.
2. Αν η πράξη τελέστηκε από ιδιοτέλεια ή κακοβουλία ή η έκταση που κάηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών».

Σύμφωνα με έρευνα του Ανδριανού Γκουρμπάτση, όμως, στα τρία τελευταία χρόνια, η προανάκριση σε υποθέσεις εμπρησμού ολοκληρώθηκε σε ποσοστό μόλις 14,07%. Αυτό σημαίνει ότι στο 85,93% των επιβεβαιωμένων εμπρησμών δεν παραπέμφθηκε κανένας στη δικαιοσύνη. Από αυτούς που παραπέμφθηκαν, καταδικάστηκε μόλις το 16,2%. Από αυτούς που καταδικάστηκαν, το 72,9% είδαν την ποινή τους να αναστέλλεται και το 26,5% να μετατρέπεται. Στη φυλακή μπήκε ένας. Σύμφωνα με την έρευνα, υπάρχουν 151 επιβεβαιωμένοι υπότροποι εμπρηστές, που έχουν επαναλάβει το κακούργημα του εμπρησμού μέχρι και 5 φορές. Και είναι όλοι ελεύθεροι.

Θυμάστε τον 58χρονο κτηνοτρόφο Ανδρέα Ρήγα που έβαλε τις φωτιές στην Άνω Πιτσά του Ξυλοκάστρου το 2000; Μετά από μια σκοτεινή υπόθεση που περιείχε την εμπλοκή ως κατηγορούμενου και του διοικητή Πυροσβεστικής Κιάτου, και τη δολοφονία ενός βασικού μάρτυρα κατηγορίας λίγο πριν τη δίκη, αθωώθηκε πανηγυρικά λόγω αμφιβολιών πρόπερσι.

Ο Ανδριανός Γκουρμπάτης, παρεμπιπτόντως, ήταν ένας από τους 18 (σε σύνολο 28) ανώτατους αξιωματικούς της Πυροσβεστικής που αποστρατεύτηκαν επί ΝΔ μέσα σε αντεγκλήσεις, διαμαρτυρίες και μηνύσεις για την προώθηση νέων, «γαλάζιων» αξιωματικών.

Ψάχνοντας το ποιοι βάζουν τις φωτιές περίμενα να σκιαγραφήσω έναν εχθρό πολυπρόσωπο και αλλόκοτο, ένα πρόβλημα βαθύ και τεράστιο, που θα χρειαστεί μεγάλες τομές στην κοινωνία και την πολιτική για να λυθεί.

Αλλά τελικά δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα.

Η Ελλάδα δεν είναι η μόνη χώρα του κόσμου που καίγεται κάθε χρόνο. Η Αυστραλία, όλες οι χώρες της Βόρειας Μεσογείου και η Καλιφόρνια φλέγονται κάθε καλοκαίρι. Η φωτιά είναι αναπόσπαστο κομμάτι των μεσογειακών οικοσυστημάτων, και δεν είναι δυνατό να εξαλειφθεί –ούτε πρέπει να εξαλειφθεί εντελώς.

Αυτό που πρέπει να μειωθεί είναι οι εμπρησμοί, που επιβαρύνουν το φαινόμενο και προκαλούν καταστροφές πολύ μεγαλύτερες από αυτές που αντέχει το οικοσύστημα, που φυσιολογικά θα καιγόταν και μόνο του, αλλά λιγότερο.

Στη χώρα μας υπάρχουν άνθρωποι που βάζουν φωτιές, κι αυτοί είναι κυρίως δύο ειδών: Αυτοί που βάζουν για το κέρδος, και αυτοί που βάζουν για την ικανοποίησή τους.

Μπορούμε να σταματήσουμε και τους δύο.

Μπορούμε να ακυρώσουμε το κίνητρο των πρώτων, εύκολα και γρήγορα, με την σύνταξη πλήρους Κτηματολογίου και Δασολογίου. Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (κι από τις τελευταίες στον πλανήτη) όπου δεν υπάρχει ένας σαφής χάρτης που να λέει σε ποιον ανήκει η γη. Οι λαϊκιστικοί νόμοι και τα διατάγματα όλων των κυβερνήσεων που έχουν περάσει τα τελευταία 30 χρόνια είναι που βάζουν τα στουπιά στα χέρια των οικοπεδοφάγων.

Οι δε πυρομανείς εμπρηστές είναι αναπόφευκτοι, θα είναι εκεί έξω και θα βάζουν φωτιές για να ερεθιστούν στη θέα της φλόγας –αλλά μπορούμε να τους πιάσουμε. Κι όταν τους πιάσουμε, μπορούμε να εφαρμόσουμε τους νόμους και να μην τους επιτρέψουμε να ξανακάψουν.

Η ευθύνη είναι δική μας. Τις φωτιές τις βάζουμε εμείς.

Πηγή : Αυτοί Που Βάζουν Τις Φωτιές

Υστερόγραφο στην ασημαντότητα

Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, πράγματα ή καταστάσεις … είναι εντελώς συμπτωματική. Και σίγουρα το κείμενο δεν το γραψε μόλις χτες ο Καστοριάδης, όσο κοντινό κι αν μας φαίνεται

Απ’ όλα τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου κόσμου -κρίσεις, αντιφάσεις, αντιθέσεις, τομές-, εκείνο που με εντυπωσιάζει περισσότερο είναι η ασημαντότητα.

Ας πάρουμε τη διαμάχη ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά. Στις ημέρες μας έχει χάσει το νόημα της. Όχι επειδή δεν υπάρχει υλικό, για να τροφοδοτηθεί μια πολιτική διαμάχη, και μάλιστα μια πολύ σοβαρή διαμάχη. Αλλά επειδή τόσο η Δεξιά όσο και η Αριστερά, λίγο έως πολύ, λένε τα ίδια πράγματα.

Στη Γαλλία το 1983 οι Σοσιαλιστές ακολούθησαν κάποια πολιτική. Μετά, ήρθε η Δεξιά με τον Μπαλλαντύρ και ακολούθησε την ίδια πολιτική. Μετά, ξανάρθαν οι Σοσιαλιστές με τον Μπερεγκοβουά και συνέχισαν την ίδια πολιτική. Μετά, ξανά η Δεξιά με τον Μπαλλαντύρ και ξανά η ίδια πολιτική. Μετά, ο Σιράκ κέρδισε τις εκλογές λέγοντας “εγώ θα κάνω κάτι άλλο” και, τελικά, έκανε κι αυτός τα ίδια.

Οι πολιτικοί είναι ανίσχυροι. Αυτό είναι βέβαιο. Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να “πηγαίνουν με το ρεύμα», δηλαδή να εφαρμόζουν μια υπερ-φιλελεύθερη πολιτική, η οποία είναι της μόδας. Κατά τη γνώμη μου, δεν πρόκειται για πολιτικούς αλλά για μικροπολιτικούς που επιδίδονται σε ψηφοθηρία με οποιοδήποτε μέσον, με το marketing, κ.λπ. Ουσιαστικά, αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν κανένα πρόγραμμα. Στόχος τους είναι: είτε η παραμονή τους στην εξουσία, είτε η επιστροφή τους σ’ αυτήν. Και για να τον πετύχουν, είναι ικανοί για όλα. Ο Μπιλ Κλίντον, για παράδειγμα, στήριξε την προεκλογική του εκστρατεία αποκλειστικά και μόνον στις μετρήσεις· το επιτελείο του, σε κάθε περίπτωση, θεωρούσε ότι η επικρατούσα γνώμη μιας μέτρησης ταυτίζεται με την κοινή γνώμη…

Οπωσδήποτε, υπάρχει ενδογενής σχέση ανάμεσα στη μηδαμινή πολιτική αυτού του είδους -ουσιαστικά, πρόκειται για το μη γίγνεσθαι της πολιτικής- και στην ασημαντότητα που χαρακτηρίζει τους άλλους τομείς’ την ασημαντότητα στις τέχνες, στη φιλοσοφία, στη λογοτεχνία. Είναι το πνεύμα του καιρού μας. Όλα συνεργούν προς αυτήν την κατεύθυνση, προς τα ίδια αποτελέσματα. Όλα οδηγούν στην ασημαντότητα.

Περίεργο επάγγελμα η πολιτική, ακόμη κι αυτή εδώ η μηδαμινή πολιτική. Γιατί; Διότι προϋποθέτει δύο ικανότητες που δεν συνδυάζονται μεταξύ τους.

  • Η πρώτη ικανότητα είναι η κατάκτηση της εξουσίας (μπορεί να έχει κανείς τις καλύτερες ιδέες, αλλά αυτό δεν χρησιμεύει, εάν δεν έχει κατακτήσει την εξουσία).
  • Η δεύτερη είναι, μετά την κατάκτηση της εξουσίας, να την αξιοποιήσει κανείς, δηλαδή να κυβερνήσει.

Τίποτα όμως δεν εγγυάται ότι κάποιος που είναι ικανός να κυβερνήσει, είναι επίσης ικανός να ανέβει στην εξουσία. Στο παρελθόν, στις απόλυτες μοναρχίες, η άνοδος στην εξουσία προϋπέθετε να κολακεύει κανείς τον βασιλιά ή να είναι ευνοούμενος της Μαντάμ Πομπαντούρ. Σήμερα, στις ψευδοδημοκρατίες μας, η άνοδος στην εξουσία προϋποθέτει να κολακεύει κανείς την κοινή γνώμη ή να έχει τηλεοπτική φωτογένεια.

Χρησιμοποίησα τον όρο «ψευδο-δημοκρατία», διότι ανέκαθεν πίστευα και πιστεύω ότι η λεγόμενη “αντιπροσωπευτική δημοκρατία” δεν είναι αληθινή δημοκρατία. Οι αντιπρόσωποι της ελάχιστα αντιπροσωπεύουν τους εκλογείς. Κατά κύριο λόγο, αντιπροσωπεύουν τον εαυτό τους, ιδιαίτερα συμφέροντα, λόμπυ, κ.λπ.  ‘Οταν λέμε ότι κάποιος με αντιπροσωπεύει για τέσσερα χρόνια, χωρίς να έχω τη δυνατότητα ανάκλησης του, αυτό σημαίνει ότι απεκδύομαι της κυριαρχίας μου. (Ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ το έχει πολύ καλά διατυπώσει: “οι Άγγλοι νομίζουν ότι είναι ελεύθεροι, επειδή εκλέγουν τους αντιπροσώπους τους κάθε πέντε χρόνια, πλην όμως είναι ελεύθεροι μόνον μία ημέρα κάθε πέντε χρόνια – την ημέρα των εκλογών».) Το πρόβλημα δεν είναι μήπως στις εκλογές γίνει νοθεία και αλλοιωθούν τα αποτελέσματα. Αλλού έγκειται το πρόβλημα. Οι εκλογές είναι υπονομευμένες, διότι οι επιλογές των ψηφοφόρων έχουν καθοριστεί εκ των προτέρων.

s-ARISTOTEΘα σας θυμίσω μια φράση του Αριστοτέλη: “Ποιος είναι πολίτης; Πολίτης είναι ο ικανός να κυβερνήσει και να κυβερνηθεί”.

Στη Γαλλία, υπάρχουν τριάντα εκατομμύρια πολίτες. Γιατί δεν είναι ικανοί να κυβερνήσουν; Διότι όλη η πολιτική ζωή στοχεύει ακριβώς στο να μη μαθαίνουν οι πολίτες πώς να κυβερνούν και, τελικά, να εμπιστεύονται στους ειδικούς το έργο της διακυβέρνησης. Υπάρχει δηλαδή μια αντι-πολιτική εκπαίδευση.  Ενώ οι άνθρωποι έπρεπε να αναλαμβάνουν όλων των ειδών τις πολιτικές ευθύνες και να παίρνουν ανάλογες πρωτοβουλίες, τελικά, εθίζονται στο να ακολουθούν και να ψηφίζουν τις πολιτικές επιλογές που άλλοι τους παρουσιάζουν έτοιμες.

Στις νεωτερικές κοινωνίες -ας πούμε από την εποχή της Αμερικανικής και της Γαλλικής Επανάστασης έως περίπου τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο- υπήρχαν φλέγουσες κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις. Αυτούς τους δύο αιώνες τους σημάδεψαν σημαντικοί αγώνες. Τότε, οι άνθρωποι έκαναν διαδηλώσεις. Όμως δεν διαδήλωναν απλώς για μια σιδηροδρομική γραμμή (χωρίς αυτό να είναι περιφρονητέο), αλλά για μεγάλα πολιτικά ιδεώδη. Τότε, οι άνθρωποι έκαναν απεργίες. Όμως δεν απεργούσαν απλώς για τα μικρά συντεχνιακά συμφέροντα τους, αλλά για μεγάλα ζητήματα που αφορούσαν όλους τους μισθωτούς.

Σήμερα, παρατηρείται σαφής υποχώρηση της πολιτικής δραστηριότητας. Όσο οι άνθρωποι εγκαταλείπουν την πολιτική δραστηριότητα και αποσύρονται στην ιδιωτική τους σφαίρα, τόσο οι γραφειοκράτες και οι μικροπολιτικοί προελαύνουν. Και οι τελευταίοι έχουν για δικαιολογία ότι “ο κόσμος δεν κάνει τίποτα… γι’ αυτόν τον λόγο αναλαμβάνουμε εμείς πρωτοβουλίες…”.

Με τη σειρά του ο κόσμος λέει ότι “δεν αξίζει τον κόπο να ανακατευόμαστε… φθάνουν τόσοι που ασχολούνται, στο κάτω-κάτω τι μπορούμε να κάνουμε εμείς;…” Και έτσι δημιουργείται φαύλος κύκλος.

Η υποχώρηση της πολιτικής δραστηριότητας συνδέεται και με την κατάρρευση των μεγάλοι πολιτικών ιδεολογιών, είτε επαναστατικών είτε ρεφορμιστικών, οι οποίες ήθελαν πραγματικά να αλλάξουν την κοινωνία. Για χίλιους δυο λόγους, αυτές οι ιδεολογίες έχασαν το κύρος τους- έπαψαν να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των καιρών, στις προσδοκίες των ανθρώπων, στην κατάσταση της κοινωνίας, στην ιστορική εμπειρία.

Η κατάρρευση του κομμουνισμού και η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης είναι ένα κεφαλαιώδες γεγονός. Κατονομάστε μου όμως έστω έναν πολιτικό -για να μην πω πολιτικάντη- της Αριστεράς, ο οποίος πράγματι να συλλογίστηκε τι συνέβη και γιατί. Ποιος πολιτικός της Αριστεράς αποκόμισε κάποια διδάγματα από τα γεγονότα αυτά;

Κι όμως η πορεία του κομμουνισμού -η πορεία προς τη θηριωδία, τον ολοκληρωτισμό, τα Γκουλάγκ έως την κατάρρευση- απαιτεί οπωσδήποτε πολύ βαθύ στοχασμό και συναγωγή συμπερασμάτων. Στοχασμό, για το τι ένα κίνημα -που θέλει να αλλάξει την κοινωνία- μπορεί ή δεν μπορεί, πρέπει ή δεν πρέπει, οφείλει ή δεν οφείλει να κάνει. Στην προκειμένη περίπτωση οι κύριοι της Αριστεράς παίρνουν ένα ολοστρόγγυλο μηδέν.

Πώς δημιουργείται, λοιπόν, ο καλός πολίτης; Ποιες ιδιότητες πρέπει να διαθέτει; Πρέπει να έχει γενικές ή ειδικές γνώσεις; Και τελικά, ποιοι πολίτες πρέπει να κυβερνούν; Αυτό το δίλημμα έχει τεθεί από τον Πλάτωνα.

Ο Πλάτων έλεγε ότι οι φιλόσοφοι -αυτοί που έχουν γενική θεώρηση των πραγμάτων και είναι πάνω από τους ειδικούς- πρέπει να βασιλεύουν, δηλαδή να κυβερνούν. Η εναλλακτική λύση στις θέσεις του Πλάτωνος είναι η αθηναϊκή δημοκρατία.

Ας πάμε στην Αθήνα του 5ου και 4ου π.Χ. αιώνα. Για τους Αθηναίους εκείνης της εποχής κάθε πολίτης, ανεξαιρέτως κάθε πολίτης, είναι ικανός να κυβερνήσει (θυμίζω ξανά τη διατύπωση του Αριστοτέλη: “πολίτης είναι ο ικανός να κυβερνήσει και να κυβερνηθεί»).

Και πώς γίνεται αυτό; Με κλήρωση! Ρίχνουν κλήρο!

Γιατί; Διότι πιστεύουν έμπρακτα ότι η πολιτική δεν είναι υπόθεση των ειδικών. Διότι πιστεύουν ότι δεν υπάρχει πολιτική επιστήμη. Υπάρχει μόνον γνώμη – “δόξα”στα αρχαία ελληνικά- περί της πολιτικής. Και θέλω να υπογραμμίσω ότι η ιδέα πως η πολιτική δεν αποτελεί υπόθεση των ειδικών και πως όλες οι γνώμες έχουν ίσην αξία, είναι η μόνη λογική δικαιολόγηση της αρχής της πλειοψηφίας.

Στην αρχαία Αθήνα, λοιπόν, τις πολιτικές αποφάσεις τις παίρνει ο λαός και όχι οι ειδικοί. Υπάρχουν όμως και εξειδικευμένες δραστηριότητες. Οι Αθηναίοι ασφαλώς δεν ήταν τρελοί να νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα…

Τι έκαναν, τότε, οι πολίτες της αρχαίας Αθήνας σε σχέση με αυτό το θέμα; Πώς το αντιμετώπισαν; Έκαναν κάτι πάρα πολύ ενδιαφέρον. Δημιούργησαν τις εκλογές. Σωστά ή λάθος, πάντως τις δημιούργησαν. Και αυτό είναι γεγονός ιστορικά τεκμηριωμένο.

Για τις εξειδικευμένες δραστηριότητες και μόνον γι’ αυτές -για την κατασκευή ναυπηγείων, για την ανέγερση ναών, για τη διεξαγωγή του πολέμου- χρειάζονται οι ειδικοί! Και αυτούς, τους ειδικούς, οι Αθηναίοι πολίτες τους εκλέγουν! Να ποιο είναι το νόημα των εκλογών. Διότι εκλογές σημαίνει εκλογή των καλυτέρων.

Αλλά πώς μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο; Πώς επιτυγχάνεται η εκλογή των καλυτέρων; Εδώ υπεισέρχεται ο όρος «εκπαίδευση του λαού». Ο λαός καλείται να επιλέξει, να εκλέξει. Οι Αθηναίοι, λοιπόν, εκλέγουν κάποιον για πρώτη φορά. ‘Εστω ότι κάνουν λάθος. ‘Εστω, ότι διαπιστώνουν, για παράδειγμα, πως ο Περικλής είναι ένας θλιβερός στρατηγός. Τι κάνουν σε μιαν τέτοια περίπτωση; Απλούστατα, δεν τον ξαναεκλέγουν ή τον ανακαλούν. Όμως, προκειμένου να έχει ουσία η γνώμη -η «δόξα»- των πολιτών για τα κοινά, θα πρέπει να έχει καλλιεργηθεί. Αλλά με ποιον τρόπο καλλιεργούν τη “δόξα” τους τη σχετική με τη διακυβέρνηση οι Αθηναίοι πολίτες; Μα βέβαια κυβερνώντας! Ως εκ τούτου, η αθηναϊκή δημοκρατία -και αυτό είναι το σημαντικό αποτελεί μια υπόθεση εκπαίδευσης και αγωγής των πολιτών. (Αυτή η καίριας σημασίας διάσταση, καθώς όλοι γνωρίζουμε, λείπει εντελώς σήμερα.)

Πρόσφατα, ένα γαλλικό περιοδικό δημοσίευσε τα αποτελέσματα μιας έρευνας, σύμφωνα με την οποία το 60% των βουλευτών στη Γαλλία ομολογούν ότι δεν έχουν ιδέα από οικονομία! Πρόκειται για τους βουλευτές, που αποφασίζουν να αυξηθούν ή να μειωθούν οι φόροι, που αποφασίζουν συνεχώς, ενώ δεν έχουν ιδέα από οικονομία… Τελικά, οι βουλευτές, όπως και οι υπουργοί, είναι υπόδουλοι των τεχνικών συμβούλων τους. Συμβουλεύονται τους δικούς τους ειδικούς, πλην όμως έχουν και οι ίδιοι προκαταλήψεις ή προτιμήσεις.

Εάν παρακολουθήσετε από κοντά τη λειτουργία μιας κυβέρνησης ή ενός μεγάλου γραφειοκρατικού μηχανισμού, θα διαπιστώσετε ότι οι κυβερνώντες και οι υπεύθυνοι εμπιστεύονται τους ειδικούς. Ωστόσο, επιλέγουν πάντα εκείνους τους ειδικούς που συμμερίζονται τις δικές τους απόψεις. Πάντα βρίσκεται ένας οικονομολόγος που θα πει “ναι, κύριε υπουργέ, όπως το λέτε πρέπει να γίνει”. Πάντα βρίσκεται ένας ειδικός για θέματα στρατιωτικά που θα πει «ναι, χρειάζεται πυρηνικός εξοπλισμός» ή «όχι, δεν χρειάζεται πυρηνικός εξοπλισμός » και ούτω καθεξής… Πρόκειται για ένα εντελώς ανόητο παιχνίδι, πλην όμως έτσι κυβερνόμαστε σήμερα.

Επανέρχομαι στο δίλημμα: «ο πολίτης πρέπει να έχει γενικές ή ειδικές γνώσεις;». Η δική μου απάντηση: πρώτον, οι ειδικοί στην υπηρεσία των πολιτών και όχι στην υπηρεσία κάποιων πολιτικών δεύτερον, οι πολίτες κυβερνώντας μαθαίνουν να κυβερνούν… Αλλά, για να είναι σε θέση οι άνθρωποι να ασχοληθούν με τα κοινά, θα πρέπει να έχουν λάβει την ανάλογη παιδεία. Όμως, η σύγχρονη παιδεία δεν έχει απολύτως καμία σχέση με αυτό το αίτημα. Στο σχολείο, ουσιαστικά, παίρνουμε εξειδικευμένες γνώσεις. Το σχολείο θα έπρεπε να είναι ιδιαιτέρως στραμμένο στα κοινά. Στο σχολείο θα έπρεπε να αναλύεται σε βάθος κάθε τι που αφορά τους οικονομικούς, τους κοινωνικούς και τους πολιτικούς μηχανισμούς. Θα έπρεπε να υπάρχουν μαθήματα πραγματικής ανατομίας της σύγχρονης κοινωνίας.

Αλλά τι λέω τώρα… Εδώ τα σχολεία είναι ανίκανα να διδάξουν ακόμη και Ιστορία. Τα παιδιά βαριούνται στο μάθημα της Ιστορίας, ένα μάθημα που θα έπρεπε να είναι συναρπαστικό.

Πολλά πράγματα πρέπει να αλλάξουν, εάν θέλουμε να μιλήσουμε για αληθινή εκπαιδευτική δραστηριότητα στο πολιτικό πεδίο. Κάτι τέτοιο, προϋποθέτει αλλαγή των θεσμών. Προϋποθέτει νέους θεσμούς που να επιτρέπουν -και όχι να αποτρέπουν, όπως οι σήμερον ισχύοντες- την ενεργό συμμετοχή των πολιτών στα κοινά.

Ας εξετάσουμε, τώρα, για λίγο, τη σχέση του ανθρώπου με τη γνώση και με την πίστη. Στον 20ό αιώνα γνωρίσαμε την άκρατη κυριαρχία της ιδεολογίας -της ιδεολογικής πίστης- με την αυστηρή έννοια και, θα έλεγα, με την κακή έννοια του όρου.

Ας πάρουμε ένα παράδειγμα από τη δεκαετία του ’70. Ας πάρουμε τις μαοϊκές ομάδες. Το πρόβλημα με τους μαοϊκούς δεν έγκειται στην άγνοια τους για το τι πραγματικά συνέβαινε στην Κίνα. Οι μαοϊκοί, είτε είχαν μυηθεί στο δόγμα από τους καθοδηγητές τους, είτε το είχαν δεχτεί από μόνοι τους χωρίς την παρεμβολή τρίτων. Το πρόβλημα λοιπόν βρίσκεται στο ότι οι ίδιοι -με τον ένα ή τον άλλο τρόπο- αποδέχτηκαν μιαν τέτοιου τύπου χειραγώγηση. Γιατί; Για ποιον λόγο; Διότι ήταν ανάγκη να είναι χειραγωγημένοι. Διότι είχαν ανάγκη να πιστεύουν. Και αυτό ακριβώς το θέμα ήταν ανέκαθεν η μεγάλη πληγή του επαναστατικού κινήματος.

Η γνώση και η πίστη. Ο Αριστοτέλης, στον οποίο συνεχώς αναφέρομαι και για τον οποίο έχω απέραντο σεβασμό, έχει πει κάτι – δεν μπορώ να πω ότι είναι ανοησία, δεδομένου ότι πρόκειται για τον Αριστοτέλη, που δεν είναι σωστό: “ο άνθρωπος είναι ζώον, το οποίο επιθυμεί τη γνώση”. Δεν συμφωνώ.

Από την πλευρά μου υποστηρίζω ότι ο άνθρωπος δεν είναι ζώον, το οποίο επιθυμεί τη γνώση, αλλά ζώον το οποίο επιθυμεί την πίστη και, ακριβέστερα, τη βεβαιότητα μιας πίστης’ εξ ου η μεγάλη δύναμη των θρησκειών, εξ ου η μεγάλη δύναμη των πολιτικών ιδεολογιών.

Στο ξεκίνημα του, το εργατικό κίνημα χαρακτηριζόταν από έντονα κριτική στάση. Θυμηθείτε τους δύο πρώτους στίχους από το δεύτερο κουπλέ της Διεθνούς, που εξ άλλου είναι ο ύμνος της Κομμούνας: “δεν υπάρχει υπέρτατος Σωτήρας ούτε Θεός” (άρα, εξοβελίζεται η θρησκεία), “δεν υπάρχει Καίσαρ ούτε Αρχηγός” (άρα, έξω κι ο Λένιν)! Είδαμε όμως τι επακολούθησε …. Είδαμε πού οδήγησε η ανάγκη για πίστη… Άραγε, μετά από όλα όσα έχουν συμβεί, γίναμε σήμερα τουλάχιστον λίγο πιο σοφοί; Νομίζω ότι η εξέλιξη στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης καθώς και η εξέλιξη γενικώς της κοινωνίας έχουν συμβάλει, ώστε να αποκτήσουν οι άνθρωποι κάπως πιο κριτική διάθεση. Βέβαια, η ανάγκη για πίστη παραμένει. Υ’πάρχει πάντα ένα ποσοστό που διακαώς αναζητεί την πίστη’ μιαν πίστη. ‘Ετσι, βλέπουμε σε άλλες χώρες -όχι τόσο στη Γαλλία- φαινόμενα και, κινήματα, όπως η σαϊεντολογία, οι διάφορες σέχτες, ο φονταμενταλισμός.

Χωρίς αμφιβολία, σήμερα, η στάση των ανθρώπων είναι πιο κριτική και πιο σκεπτικιστική από ό,τι ήταν στο παρελθόν. Είναι όμως μια στάση που αναστέλλει τη δράση.

Στο σημείο αυτό θα θυμήσω ότι ο Περικλής στον Επιτάφιο λέει στους Αθηναίους πως μόνον αυτοί έχουν κατορθώσει, ώστε η σκέψη τους να μην αναστέλλει τη δράση τους! Καταπληκτικό! Και προσθέτει: “εις τους άλλους, αντιθέτως, η μεν αμάθεια γεννά θράσος, η δε σκέψις ενδοιασμόν». (Θουκιδίδου Ιστορίαι, μτφ. Ελ. Βενιζέλου, Βιβλίο Β’, κεφ. 38-41.)

Τις τελευταίες δεκαετίες διανύουμε μιαν περίοδο κατάργησης των φραγμών και των ορίων σε όλους τους τομείς. Αυτό συνεπάγεται την επιθυμία του απεριόριστου. Πρόκειται για μια μορφή απελευθέρωσης, που υπό μιαν έννοια αποτελεί μεγάλη κατάκτηση. Πρέπει όμως επίσης να μάθουμε -και αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία- να αυτοπεριοριζόμαστε, τόσο ως άτομα όσο και ως σύνολο. Η καπιταλιστική κοινωνία σήμερα είναι μια κοινωνία που από κάθε άποψη οδεύει προς την καταστροφή της’ μια κοινωνία ανίκανη να αυτοπεριοριστεί. Όμως μια πραγματικά ελεύθερη κοινωνία, μια κοινωνία αυτόνομη, πρέπει να ξέρει να αυτοπεριορίζεται.

Ο αυτοπεριορισμός ισοδυναμεί με απαγόρευση, θα υποστηρίξουν ορισμένοι. Όχι. Δεν εννοώ απαγόρευση με την έννοια της καταστολής. Εννοώ, να ξέρουμε ότι υπάρχουν πράγματα που δεν πρέπει να τα επιθυμούμε ή που δεν πρέπει να τα κάνουμε.

Παράδειγμα, το περιβάλλον. Καταστρέφουμε τον πλανήτη, στον οποίο ζούμε. Σκέφτομαι τα θαύματα: το Αιγαίο Πέλαγος, τις χιονισμένες οροσειρές, την «όψη» του Ειρηνικού ωκεανού από μια γωνιά της Αυστραλίας, το Μπαλί, τις Ινδίες, την επαρχία της Γαλλίας που την ερημώνουμε. Όσα θαύματα, τόσες καταστροφές. Καταστρέφουμε τον πλανήτη, ενώ θα έπρεπε να είμαστε οι κηπουροί του. Θα έπρεπε να τον θεραπεύουμε, δηλαδή να τον καλλιεργούμε και να τον φροντίζουμε έτσι όπως είναι. Μια τέτοια δραστηριότητα θα έπρεπε να αποτελεί βάση και προσανατολισμό της ζωής μας. Αλλά αυτή είναι πολύ δύσκολη αποστολή.

Προφανώς όμως όλα τα παραπάνω δεν έχουν σχέση ούτε με το σημερινό σύστημα, ούτε με το σημερινό κυρίαρχο φαντασιακό. Το φαντασιακό της εποχής μας είναι το φαντασιακό της απεριόριστης επέκτασης και της συσσώρευσης άχρηστων πραγμάτων… Δηλαδή; Δηλαδή, μια τηλεόραση σε κάθε δωμάτιο, ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής σε κάθε δωμάτιο και ούτω καθεξής. Σ’ αυτό το φαντασιακό στηρίζεται το σύστημα. Και είναι αυτό ακριβώς που πρέπει να καταστραφεί.

Τι θα μπορούσε λοιπόν να προτείνει κανείς για τη σημερινή κατάσταση, δεδομένου ότι είναι πολύ εύκολο να παρασυρθούμε, να αφεθούμε; (Ως γνωστόν, ο άνθρωπος είναι ζώον οκνηρόν.) θα καταφύγω και πάλι στους αρχαίους. Υπάρχει μια υπέροχη φράση του Θουκυδίδη: “πρέπει να δικλέξουμε ανάμεσα στην οκνηρία και την ελευθερία»! Αλλά και ο Περικλής, εάν δεν κάνω λάθος, έλεγε στους Αθηναίους: «εάν θέλετε να είστε ελεύθεροι, πρέπει να εργάζεστε»!

Η ελευθερία είναι δραστηριότητα. Μια δραστηριότητα, η οποία ξέρει τα όρια της, ξέρει να αυτοπεριορίζεται. Η ελευθερία γνωρίζει ότι όλα μπορεί να τα κάνει, αλλά επίσης γνωρίζει ότι δεν πρέπει να τα κάνει όλα. Αυτό είναι, για μένα, το μεγάλο πρόβλημα της δημοκρατίας και του ατομικισμού.__

**************Castoriadis

Τον Νοέμβριο του 1996, ο Κορνήλιος Καστοριάδης δέχτηκε τον δημοσιογράφο Ντανιέλ Μερμέ και συζήτησε μαζί του -με αφορμή το βιβλίο του Η άνοδος της ασημαντότητας (La montee de Γ insigni- Gance., εκδ. Seuil, 1996)- στο πλαίσιο της εκπομπής La-has si j’y suis του δημοσίου ραδιοφωνικού σταθμού France Inter. Μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση. Τον Δεκέμβριο του 1997, η France Inter επανέλαβε την εκπομπή με θλιβερή αφορμή τον θάνατο του. Τις επόμενες ημέρες πολλοί ακροατές τηλεφωνούσαν στον σταθμό και ζητούσαν το ((κείμενο της εκπομπής»’ το αίτημα τους ικανοποιήθηκε. Αυτή η η ραδιοφωνική συζήτηση δημοσιεύτηκε, με μορφή ενιαίου κειμένου, στην Ελευθεροτυπία (20.7.1998) και έναν μήνα αργότερα στη Monde Diplomatique (Αύγουστος 1998), ενώ το φθινόπωρο του ίδιου έτους κυκλοφόρησε σε μια μικρή έκδοση με τίτλο Υστερόγραφο στην ασημαντότητα (Postscriptum sur Γ insignifiance, εκδ. L’Aube, 1998).

by Αντικλείδι , http://antikleidi.com